Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Alan Moore - In Pictopia

Η προφητική κομιξική δυστοπία του μεγάλου Alan Moore !



Η μικρή ιστορία In Pictopia είναι μία από τις λιγότερο γνωστές και προβεβλημένες δουλειές του τεράστιου άγγλου συγγραφέα Alan Moore. Αυτό ίσως να συμβαίνει λόγω της μικρής της έκτασης (μόλις 13 σελίδες), ή ίσως λόγω της εκδοτικής της "σπανιότητας". Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1986, στην ανθολογία comics Anything Goes #2 της Fantagraphics, ένα βραχύβιο περιοδικό που αποσκοπούσε στη συγκέντρωση κεφαλαίων για δικαστικά έξοδα. Έπειτα, συμπεριελήφθη στην "ανασκόπηση" The Best Comics of the Decade 1980-1990 Vol. 1 της ίδιας εταιρείας, και τέλος, περιλαμβάνεται και στο εκτενές αφιέρωμα / φόρο τιμής του George Khoury στο μεγάλο συγγραφέα The Extraordinary Works of Alan Moore το 2003.

( Αν αναρωτιέστε τί τα χρειάζεται τα δικαστικά έξοδα μία εκδοτική comics, διαβάστε ένα άρθρο για μία μεγάλη δικαστική διαμάχη του κόσμου των comics ).

Πίσω στηv ιστορία μας τώρα, ο μεγάλος Alan Moore και ο εικονογράφος Donald Simpson (δημιουργός του σατιρικού Megaton Man), μας παρουσιάζουν ένα δυσοίωνο μέλλον για τα αγαπημένα μας comics, το οποίο πολλοί έσπευσαν τότε να χαρακτηρίσουν προφητικό, και επίσης πολλοί σήμερα κρίνουν οτι επιβεβαιώθηκε πλήρως, άποψη που προσωπικά θεωρώ υπερβολική. Καυτηριάζοντας και αποδομώντας το υπερηρωικό είδος, αλλά όχι μόνο, ο Moore βάζει τον ήρωά του Nocturno the Necromancer (μία αναφορά στον Mandrake the Magician) να περιδιαβαίνει την πόλη Pictopia, στην οποία κατοικούν μόνο χαρακτήρες comics. Ο Nocturno παρατηρεί με θλίψη τις αλλαγές που συμβαίνουν στην πόλη (δηλαδή στη βιομηχανία των comics), οι οποίες είναι όλες προς το χειρότερο. Τα χαριτωμένα ανθρωπόμορφα ζωάκια της δεκαετίας του 30 και του 40 εξαφανίζονται σιγά-σιγά, διωγμένα και περιφρονημένα από τους μπρατσωμένους και αστραφτερούς υπερήρωες της νέας γενιάς. Η πόλη μικραίνει, και τα φαινόμενα βίας έχουν πολλαπλασιαστεί. Ο ορίζοντας όσο πάει και πλησιάζει, και ο αέρας παρασέρνει σκόρπιες εικονογραφημένες σελίδες, εντείνοντας τη γενικότερη εικόνα εγκατάλειψης που παρουσιάζει η πάλαι ποτέ λαμπερή Pictopia.

Μία ενδιαφέρουσα πληροφορία είναι οτι ο Alan Moore είχε αρχικά παραδόσει στον εικονογράφο του ένα σενάριο για ιστορία 8 σελίδων. Ο Simpson προσέθεσε κάποιες δικές του ιδέες, και η ιστορία έφτασε τελικά τις 13 σελίδες. Το παράξενο είναι οτι ο Moore δε συνηθίζει να καλοβλέπει τέτοιες "παρεμβάσεις" στη δουλειά του, αλλά εκ του αποτελέσματος συμπεραίνουμε οτι οι προσθήκες του Simpson (όποιες κι αν ήταν αυτές) ήταν πετυχημένες. Αφού το δέχτηκε ο άγγλος θρύλος των comics, ποιοί είμαστε εμείς για να το κρίνουμε ?









Pictopia @ TOR
Pictopia @ The Periodic Fable

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2012

Junji Ito

Ο άξιος συνεχιστής της μεγάλης παράδοσης των horror manga




Ο Junji Ito γεννήθηκε στις 31 Ιουλίου του 1963 στην επαρχία Gifu της Ιαπωνίας. Η ενασχόλησή του με τη ζωγραφική ξεκίνησε από πολύ μικρή ηλικία, επηρρεασμένος από τα σκίτσα της μεγαλύτερης αδελφής του, και από τη δουλειά του θρύλου των horror manga, Kazuo Umezu (The Drifting Classroom, Cat-Eyed Boy). Απολύτως λογικά, η θεματολογία που επέλεξε για τα manga του ήταν η ίδια με του ινδάλματός του - ο τρόμος. Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο δεν επέλεξε να ασχοληθεί με το πάθος του, αλλά σπούδασε οδοντοτεχνίτης, και αργότερα βρήκε δουλειά στον τομέα του. Το 1987 εκδόθηκε η πρώτη του μικρή ιστορία στο περιοδικό Gekkan Halloween, η οποία μάλιστα κέρδισε εύφημο μνεία στα βραβεία του Kazuo Umezu, με τον ίδιο τον Umezu να είναι μέλος της κριτικής επιτροπής. Η ιστορία αυτή είχε ως ηρωίδα ένα νεαρό κορίτσι με μια ελιά κάτω από το αριστερό του μάτι που ονομαζόταν... Tomie !

Tomie

Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 90, ο Ito συνέχισε να δουλεύει στην οδοντιατρική, και παράλληλα σχεδίαζε τα αγαπημένα του horror manga ως χόμπι. Κεντρικό πρόσωπο των πρώτων αυτών μικρών ιστοριών του ήταν η Tomie, μία νεαρή και όμορφη μαθήτρια. Όποιο αγόρι την έβλεπε, την ερωτευόταν παράφορα, σε βαθμό που να κάνει τα πάντα για να την κερδίσει - ακόμα και φόνο. Το πάθος που ενέπνεε στον εκάστοτε θαυμαστή της τον έσπρωχνε να σκοτώσει τον οποιοδήποτε ανταγωνιστή, και έπειτα να στρέψει τη δολοφονική του μανία πάνω της, και πάνω του. Αλλά όσες φορές και να πέθαινε η όμορφη κοπέλα, όσο φρικτά παραμορφωμένο ή και διαμελισμένο να ήταν το σώμα της, πάντα επέστρεφε στη ζωή. Η τεράστια επιτυχία των ιστοριών αυτών "ανάγκασε" τον Ito να εγκαταλείψει τα ιατρικά εργαλεία και να επικεντρωθεί στα manga, ξεκινώντας έτσι τη λαμπρή καριέρα του.

Το 1998, μετά τον εισπρακτικό θρίαμβο της ταινίας The Ring, το ενδιαφέρον του κοινού για τις ταινίες τρόμου εκτινάχθηκε στα ύψη. Έτσι, και η Tomie μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη, με πρώτη φορά το 1999 και περισσότερες από επτά συνέχειες ! Ακολούθως, και άλλες ιστορίες του γνωστού πλέον mangaka βρήκαν το δρόμο προς τις κινηματογραφικές αίθουσες, όπως οι  Uzumaki (2000), Marronnier (2002), και Gyo (2012), γνωρίζοντας μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, αλλά χωρίς, δυστυχώς, ιδιαίτερα καλά καλλιτεχνικά αποτελέσματα.






Uzumaki

Τη δεκαετία του 90, ο Ito σχεδίασε πολλές μικρές, αυτοτελείς ιστορίες, που δημοσιεύονταν σε συνέχειες σε διάφορα περιοδικά, και έπειτα κυκλοφορούσαν (και στα αγγλικά) σε συλλογές της δουλειάς του με τίτλο The Junji Ito Horror Comic Collection. Η επόμενη μεγάλη ιστορία του, που γνώρισε πρωτοφανή επιτυχία τόσο στην Ιαπωνία, όσο και στο εξωτερικό, ήταν το καταπληκτικό Uzumaki, το οποίο ξεκίνησε να εκδίδεται το 1997.

H Kirie Goshima είναι μια νεαρή κοπέλα που ζεί στη μικρή παραλιακή πόλη Kurôzu-cho. Μαζί με τον φίλο της Shuichi αρχίζουν να παρατηρούν παράξενα συμβάντα και συμπεριφορές στην πόλη τους, τα οποία έχουν ένα κοινό γνώρισμα - τις σπείρες (Uzumaki σημαίνει σπείρα). Οι κάτοικοι της πόλης, με πρώτο τον πατέρα του Shuichi, αρχίζουν ένας-ένας να παθιάζονται με τις σπείρες, και να προσπαθούν να γίνουν ένα με το πνεύμα της σπείρας. Και τότε ξεκινά μια ατελείωτη σειρά οι ανατριχιαστικών θανάτων. Μήπως ο νεαρός μαθητής έχει δίκιο, και το Kurôzu-cho είναι στοιχειωμένο από το πνεύμα του Uzumaki ? Γιατί οι κάτοικοι θυμίζουν όλο και λιγότερο ανθρώπινα όντα ? Και ποιό μυστικό κρύβεται στα βάθη της λίμνης στο κέντρο της πόλης ?

Το Uzumaki ήταν η δουλειά που "καθιέρωσε" τον Junji Ito ως σπεσιαλίστα των horror manga, και που εκτόξευσε τη δημοτικότητά του στο εξωτερικό, μέσω της αγγλικής έκδοσης των 3 τόμων της σειράς από τη Viz Media. Το σενάριο ήταν πολύ ενδιαφέρον, και αρκετά μακριά από τη συνηθισμένη θεματολογία των ιστοριών τρόμου. Επίσης, το σχεδιαστικό στύλ του Ito είχε εξελιχθεί σε αξιοθαύμαστο βαθμό από τις πρώιμες δουλειές του, κάνοντας το Uzumaki ένα από τα αισθητικά αρτιότερα έργα του.







Επόμενο σημαντικό έργο του ταλαντούχου horror mangaka ήταν το Gyo του 2001, μία ιστορία που περιστρέφεται γύρω από γενετικά μεταλλαγμένα ψάρια που επιτίθενται στους ανθρώπους μέσω μίας θανατηφόρας δυσωδίας και μερικών αιχμηρών μεταλλικών άκρων μυστηριώδους προέλευσης. Βεβαίως, συνέχιζε να παράγει αρκετές μικρές ιστορίες, οι οποίες ούτως ή άλλως αποτελούν τον κύριο όγκο της δουλειάς του, και οι οποίες δημοσιεύονταν σε μηνιαίες ή διμηνιαίες συνέχειες, πριν συλλεχθούν σε τόμους, όπως οι Mimi's Ghost Stories (2002), Voices in the Dark (2003) και New Voices in the Dark (2004). Σε πολλές από αυτές (όπως και σε αρκετές παλαιότερές του), πρωταγωνιστής είναι ο Soichi, ένα διαβολικό παραμορφωμένο παιδί που αρέσκεται να κάνει τρομακτικές πλάκες στους γύρω του και να προκαλεί ένα αιματοβαμμένο χάος.

Ακολούθησε το Hellstar Remina του 2005, μία ιστορία που παντρεύει με ενδιαφέροντα τρόπο την επιστημονική φαντασία με τα κυνήγια μαγισσών του 18ου αιώνα, και έπειτα ήρθε η μοναδική χιουμοριστική, αλλά και ημι-αυτοβιογραφική δουλειά του μεγάλου αυτού δημιουργού, το Ito Junji's Cat Diary του 2008. Το alter ego του Ito, o συγγραφέας horror manga Mr. J μετακομίζει σε ένα καινούριο σπίτι με την αρραβωνιαστικιά του A-ko, η οποία φέρνει μαζί της και τις δύο γάτες της. Ο Mr. J προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση, αλλά σύντομα θα διαπιστώσει πως ο συνδυασμός των γυναικών με τις γάτες είναι πολύ πιο τρομακτικός από τις ιστορίες που γράφει. Το βιβλίο αυτό αποδεικνύει τα λεγόμενα του περίγυρου του καλλιτέχνη, οτι πρόκειται για έναν άνθρωπο με έξυπνο χιούμορ, που του αρέσει να γελάει και να προσφέρει το γέλιο. Αυτό όμως, όχι στη δουλειά του, όπου προσφέρει απλόχερα το σοκ και την ανατριχίλα.

Εκτός από τον Kazuo Umezu, ο Junji Ito έχει αναφέρει ως σημαντικές επιρροές στη δουλειά του τους Hideshi Hino, Shinichi Furuka, Yasutaka Tsutsui, και H.P. Lovecraft. Ο Ito συνεχίζει και σήμερα να δημοσιεύει τις μικρές ιστορίες του σε περιοδικά horror θεματολογίας, χαρίζοντάς μας πολλές ανατριχίλες με τα σκοτεινά του σενάρια και την εξαιρετική, όσο και τρομακτική του εικονογράφηση.







Βιβλιογραφία
  • The Junji Ito Horror Comic Collection
    (συλλεγμένες μικρές ιστορίες από το περιοδικό Halloween)
    • Volume 1 and 2: Tomie
    • Volume 3: Flesh-Colored Horror
    • Volume 4: The Face Burglar
    • Volume 5: Souichi's Diary of Delights
    • Volume 6: Souichi's Diary of Curses
    • Volume 7: Slug Girl
    • Volume 8: Blood-bubble Bushes
    • Volume 9: Hallucinations
    • Volume 10: House of the Marionettes
    • Volume 11: The Town Without Streets
    • Volume 12: The Bully
    • Volume 13: The Circus is Here
    • Volume 14: The Story of the Mysterious Tunnel
    • Volume 15: Lovesick Dead
    • Volume 16: Frankenstein
  • Uzumaki - 1997
  • Gyo - 2001
  • Mimi's Ghost Stories - 2002
  • Voices in the Dark - 2003
  • New  Voices in the Dark - 2004
  • Hellstar Remina - 2005
  • Cat Diary: Yon & Mu - 2008
  • Black Paradox - 2009
  • The patriotism of Rasputin - 2010





Links

Junji Ito @ wikipedia
Junji Ito @ tumblr
Junji Ito fansite
Junji Ito fanblog
Junji Ito interview @ 78 magazine
Junji Ito @ IMDB

Δευτέρα, 24 Σεπτεμβρίου 2012

3η συνεργασία Tardi - Manchette

Ο Jacques Tardi εικονογραφεί για 3η φορά ένα μυθιστόρημα του Jean-Patrick Manchette

Μετά το "Le Petit Bleu de la côte Ouest" (West Coast Blues - Το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής), και το "La Position du tireur couché" (Like a Sniper Lining Up His Shot - Η πρηνής θέση του σκοπευτή), ο μεγάλος γάλλος δημιουργός Jacques Tardi μεταφέρει σε μορφή comics ένα ακόμη από τα δημοφιλή αστυνομικά μυθιστορήματα του διάσημου (τουλάχιστον στη Γαλλία) συγγραφέα και καλού του φίλου Jean-Patrick Manchette.

Πρόκειται για το "Ô dingos, ô châteaux", μόλις τη δεύτερη δουλειά του ειδικευόμενου στα αστυνομικά noir thriller συγγραφέα, το οποίο μεταφράζεται αυτολεξί ως "Ω σκυλιά, ω κάστρα !". Αν όμως για τον Manchette αυτό είναι ένα έργο της πρώιμης περιόδου του, όταν ακόμη δεν είχε εντρυφήσει στους κώδικες και τους "κανόνες" του είδους του αστυνομικού θρίλερ, για τον Tardi είναι ένα έργο ωριμότητας, με το σχεδιαστικό του στύλ να φτάνει ίσως στο αποκορύφωμά του, και την ήδη πολύ καλή αφήγησή του να γίνεται πιο "μεστή" και ουσιώδης.

Η υπόθεση του Ô dingos, ô châteaux ξεκινάει με τον Michel Hartog, γνωστό βιομήχανο με φήμη φιλανθρώπου, να γίνεται ο διαχειριστής μίας τεράστιας περιουσίας μετά το θάνατο του αδελφού του και της κουνιάδας του σε αεροπορικό δυστύχημα. Κληρονόμος της περιουσίας είναι ο ανήλικος γιός του ζευγαριού, Peter, ο οποίος τίθεται υπό την κηδεμονία του θείου του Michel, μέχρι να γίνει 18 χρονών και να αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση. Ο Hartog, όντας φιλάνθρωπος, προτιμάει για προσωπικό στην έπαυλή του αναξιοπαθούντα άτομα που δυσκολεύονται να βρούν δουλειά. Έτσι, για νταντά του ανιψιού του προσλαμβάνει τη Julie, μία νεαρή κοπέλα που μόλις έχει πάρει εξιτήριο από μία ψυχιατρική κλινική.

H Julie και ο μικρός Peter θα πέσουν θύματα απαγωγής από ένα ζευγάρι κακοποιών, που ενεργούν υπό τις εντολές του αδίστακτου δολοφόνου Thompson, ο οποίος με τη σειρά του υπακούει στις διαταγές κάποιου μυστηριώδους εντολέα. Όταν όμως η έξυπνη νεαρή νταντά θα αντιληφθεί ότι κάτω από το πρόσχημα της απαγωγής κρύβεται η προμελετημένη δολοφονία του μικρού κληρονόμου, θα αποδράσει με το παιδί στη γαλλική ύπαιθρο. Έτσι, θα ξεκινήσει ένα ανελέητο και αιματηρό ανθρωποκυνηγητό, με τον γερασμένο, και κουρασμένο από το επάγγελμά του Thompson να καταδιώκει τη σκληροτράχηλη, αλλά ψυχικά διαταραγμένη Julie, σε μία "αναμέτρηση" που δεν επιδέχεται προγνωστικών.


Το Ô dingos, ô châteaux είναι ένα σφιχτοδεμένο αστυνομικό θρίλερ με στοιχεία road movie, γενναίες δόσεις βίας και "ψυχολογικά πολύπλοκους" χαρακτήρες, στο γνωστό μηδενιστικό, κυνικό στύλ του Manchette (όποιος έχει διαβάσει το πολύ καλό "Μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής", που έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά, καταλαβαίνει απόλυτα τί εννοώ). Η πρωτότυπη νουβέλα, που κέρδισε το μεγάλο βραβείο της Αστυνομικής Λογοτεχνίας το 1973, μεταμορφώνεται στα άξια χέρια του Tardi σε ένα άκρως στυλιζαρισμένο, noir graphic novel με υπέροχη 70s αισθητική.

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

It's a good life, if you don't weaken

Το πρώτο, εξαιρετικό graphic novel του Seth

Ο πολύ ταλαντούχος Seth (a.k.a. Gregory Gallant) είναι μέλος της "αγίας τριάδας" των καναδικών εναλλακτικών (ή indie) comics, μαζί με τους Chester Brown και Joe Matt (αν και ο τελευταίος είναι αμερικάνος, που έζησε όμως πολλά χρόνια στον Καναδά). Είναι μάλλον ο πιo "προσιτός" από τους τρείς, μιας και το συχνά... εξευτελιστικά ειλικρινές αυτοβιογραφικό στύλ των άλλων δύο συναδέλφων του δεν είναι αρεστό σε όλους (προσωπικά πάντως μου αρέσει). Το δικό του στύλ όμως, με τους αργούς ρυθμούς, τις μελαγχολικές, "ποιητικές" εικόνες και τα μουντά, ξεπλυμμένα χρώματα είναι απλά καταπληκτικό, και αρκετά ιδιαίτερο. Και αυτό το βιβλίο είναι που έφερε για πρώτη φορά σε επαφή το ευρύ κοινό με το ξεχωριστό ταλέντο του.

Το It's a good life, if you don't weaken πρωτοδημοσιεύθηκε ασπρόμαυρο σε 6 συνέχειες στο προσωπικό περιοδικό του Seth, Palookaville (τεύχη 4 έως 9). Το 1996, τη χρονιά που βγήκε το τεύχος 9, η Drawn and Quarterly το εξέδοσε συλλεγμένο σε μορφή graphic novel (ή picture novella όπως το τιτλοφορεί ο ίδιος ο δημιουργός). Και το 2001 κυκλοφόρησε η συγκεκριμένη, τρίχρωμη έκδοση, με αυτό το μουντό πράσινο να κυριαρχεί.

Ο Seth λατρεύει τα comics, και είναι μανιώδης συλλέκτης τους. Μάλιστα, φτάνει στο σημείο να δηλώσει πως το ότι είναι συλλέκτης, είναι ένα από τα πιό βασικά στοιχεία του χαρακτήρα του. Το πάθος του για την 9η τέχνη, και ιδιαίτερα για τα παλιά comic strips των εφημερίδων εκδηλώνεται καλύτερα σε μία επόμενη δουλειά του, το Wimbledon Green, αλλά είναι η κινητήρια δύναμη πίσω και από αυτή την ιστορία.

Όλα ξεκίνησαν όταν ο αφηγητής μας, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο το δημιουργό, βρήκε σε ένα βιβλιοπωλείο ένα παλιό περιοδικό με comic strips. Ιδιαίτερη εντύπωση του έκανε ένα χιουμοριστικό cartoon κάποιου 'Kalo'. Από εκείνη τη στιγμή, ο μυστηριώδης αυτός, ξεχασμένος καλλιτέχνης έγινε το πάθος του. Ψάχνοντας πληροφορίες, ανακάλυψε ότι ο Jack 'Kalo' Kalloway ήταν ένας σχετικά άγνωστος καναδός κομίστας της δεκαετίας του 40, με μεγαλύτερη επιτυχία στο ενεργητικό του μία δημοσίευση στο περιοδικό The New Yorker. Ο επίμονος Seth συνέχισε απτόητος το ψάξιμο, τόσο για τον ίδιο τον Kalo ή κάποιο μέλος της οικογένειάς του, όσο και για δημοσιευμένα έργα του. Οι καρποί της χρονοβόρας έρευνάς του ήταν ελάχιστοι, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Στην "αποστολή" του τον βοηθούσε και ο φίλος του, επίσης κομίστας, Chester Brown, αλλά με λιγότερο ενθουσιασμό από όσο θα περίμενε ο παθιασμένος μας "ντετέκτιβ" του παρελθόντος. Κάποια στιγμή όμως, εντελώς αναπάντεχα, ο ήρωάς μας διαπίστωσε ότι όσο καιρό κυνηγούσε χίμαιρες, η ζωή του τον προσπερνούσε. Είχε αποξενωθεί από τα σημαντικά και αληθινά πράγματα που υπήρχαν γύρω του, όπως μία όμορφη και ενδιαφέρουσα γυναίκα, και την οικογένειά του. Και ίσως μάλιστα να ήταν ήδη πολύ αργά για να αλλάξει την κατάστασή του.




Ο Seth σε αυτή την πρώτη του μεγάλη δουλειά μας παρουσιάζει τον εαυτό του, τα ενδιαφέροντά του και τις απόψεις του για τα σημαντικά (κατά τον ίδιο φυσικά) πράγματα της ζωής. Είναι μία ειλικρινής αυτοβιογραφική ιστορία, χωρίς την παραμικρή απόπειρα ωραιοποίησης  και "γυαλίσματος" των γεγονότων και της προσωπικότητάς του. Το αντίθετο μάλιστα. Ο θαρραλέος δημιουργός δε διστάζει να εκθέσει μπροστά στον αναγνώστη τα μεγάλα μειονεκτήματα του χαρακτήρα του, όπως τον υπέρ του δέοντος σκεπτικισμό και την απαισιοδοξία, όχι βέβαια στον υπερβολικό βαθμό που το κάνουν οι Brown και Matt, όπως αναφέρω και πιο πάνω. Βεβαίως, ο κομίστας Kalo δεν υπήρξε ποτέ, οπότε όλο το βιβλίο είναι μία καλοστημένη, και καλοπροαίρετη φυσικά, φάρσα του καναδού καλλιτέχνη προς τους αναγνώστες του. Και μάλιστα, η φάρσα πέτυχε, αφού το 1996 που εκδόθηκε το "It's a good life..." το internet δεν είχε κατακτήσει ακόμα τον κόσμο, οπότε και η πληροφόρηση δεν ήταν τόσο απίστευτα εύκολη όσο είναι σήμερα. Άρα, το βιβλίο δεν είναι μία ειλικρινής αυτοβιογραφία, αλλά μία μυθοπλασία με αληθινούς χαρακτήρες, και πλήρη ωστόσο ειλικρίνεια στη σκιαγράφηση της προσωπικότητάς τους. Και τελικά ο Kalo δεν έχει τόση σημασία, αφού είναι απλά το όχημα που χρησιμοποιεί ο αφηγητής μας για να μας εισάγει στον κόσμο του. Και ο κόσμος του αυτός είναι υπέροχα ζωγραφισμένος από τον ίδιο, στο χαρακτηριστικό του, καρτουνίστικο στύλ με την περιορισμένη και μελαγχολική παλέτα χρωμάτων, που χρωστάει πολλά στα comic strips της δεκαετίας του 50, και ιδιαίτερα στο Peanuts.

Ο Seth αφιερώνει αυτό το πολύ όμορφο βιβλίο στη μητέρα του Violet, από την οποία άκουγε συχνά τον τίτλο όταν ήταν παιδί. Η φράση "It's a great life, if you don't weaken" είναι μία γνωστή παροιμία της βόρειας Αμερικής, η οποία αποδίδεται στον καναδό συγγραφέα και πολιτικό John Buchan (1875-1940). Υπήρχε και ένα ομώνυμο comic strip του Gene Byrnes που δημοσιευόταν από το 1915 ως το 1919 στην εφημερίδα the New York Evening Telegram. Επίσης, η φράση αυτή ήταν η ιαχή της επίθεσης των αμερικανών στρατιωτών κατά τη διάρκεια του 1ου παγκοσμίου πολέμου (κάτι σαν το "Αέρα" δηλαδή). Ο Seth βεβαίως, που δε φημίζεται για την αισιόδοξη ματιά του στα πράγματα, άλλαξε το great life σε good life, αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Το σημαντικό είναι ότι έφτιαξε ένα υπέροχο graphic novel για τη νοσταλγία του παρελθόντος, την αγάπη για τα comics και την εξερεύνηση του εαυτού μας.


Links
review @ sequart
review @ boing boing
review @ 3 A.M magazine
review @ comicdom.gr
review @ toobusythinkingboutcomics
info @ the Grand Comics Database
info @ wikipedia
Seth @ Drawn & Quarterly

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...