Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Art Spiegelman. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Art Spiegelman. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Μαρτίου 2017

The Narrative Corpse

Μία "αλυσιδωτή" ιστορία από 69 all-star καλλιτέχνες

Το The Narrative Corpse είναι μία comics αλυσίδα, μία ιστορία δημιουργημένη από 69 κορυφαίους καλλιτέχνες του χάρτινου σύμπαντος, με εμπνευστή και επιμελητή του όλου εγχειρήματος το μεγάλο Art Spiegelman. Βασισμένο στο Le Cadavre Exquis (The Exquisite corpse, Το εξαίσιο πτώμα *), ένα παιχνίδι που έπαιζε ο André Breton και οι σουρρεαλιστές φίλοι του, το πτώμα της αφήγησης ξεκίνησε στις αρχές του 1990 σαν ένα project που θα δημοσιευόταν στις σελίδες του RAW, του θρυλικού περιοδικού comics που εξέδιδε ο ίδιος ο Spiegelman και η γυναίκα του.

Η διαδικασία θα πήγαινε ως εξής: Ένας καλλιτέχνης θα ξεκινούσε την ιστορία σχεδιάζοντας μόνο 3 ασπρόμαυρα panels με ήρωα τον Sticky, το κλασικό ανθρωπάκι με τις απλές γραμμές που φτιάχνουν τα πεντάχρονα παιδιά. Έπειτα, θα έδινε τη δουλειά του στον επόμενο, που θα συνέχιζε την ιστορία με όποιο τρόπο ήθελε, με 3 δικά του κουτάκια. Μόνη προϋπόθεση ήταν να υπάρχει κάποια συνέχεια με την προηγούμενη συμμετοχή, και να χρησιμοποιηθεί ως κεντρικός χαρακτήρας ο Sticky. Έτσι κι αλλιώς, ο καλλιτέχνης λάμβανε μόνο τα panels του τελευταίου πρίν από αυτόν καλλιτέχνη, όχι όλων των προηγούμενων, για να διατηρηθεί το σουρρεαλιστικό στοιχείο του όλου πράγματος, να μην υπάρχει κεντρική δομή.

Ο Spiegelman, μία από τις πλέον επιδραστικές προσωπικότητες του κόσμου των comics της εποχής, συγκέντρωσε για αυτό το καλλιτεχνικό του πείραμα την αφρόκρεμα της αφρόκρεμας των εναλλακτικών αμερικάνικων αλλά και ευρωπαϊκών comics. Μιλάμε για ονόματα όπως οι: Chris Ware, Robert Crumb, Lorenzo Mattotti, Daniel Clowes, Thomas Ott, Charles Burns, David Mazzucchelli, Jaques Loustal, Gilbert και Jaime Hernandez, μέχρι και τον θρυλικό Will Eisner ! Και φυσικά πολλούς, πολλούς άλλους. Για να επισπευστεί η διαδικασία, ορίστηκαν δύο "παρακλάδια", ένα στη Νέα Υόρκη και ένα στο Λονδίνο, και ο Spiegelman, ο συν-επιμελητής Robert Sikoryak και ο Richard McGuire ανέλαβαν να ενώσουν τις δύο άκρες της κάθε άλλο παρά γραμμικής αφήγησης. Το όλο project μεγάλωνε διαρκώς, ξεπερνώντας μάλιστα τη διάρκεια ζωής του RAW (το οποίο σταμάτησε να εκδίδεται το 1991), και τελείωσε απότομα το 1995, για να εκδοθεί και σε μορφή graphic novel από τις εταιρείες Gates of Heck και Raw Books σε 9.500 πλέον σπάνια και συλλεκτικά αντίτυπα.






Υπόθεση με την αυστηρή έννοια ασφαλώς και δεν υπάρχει (γι'αυτό μου αρέσει ο σουρρεαλισμός), και βασικά δεν υπάρχει ούτε αρχή ή τέλος, όμως μετά τα μονταρίσματα του Spiegelman και του Sikoryak καθορίστηκαν ως αρχικά panels αυτά του ίδιου το Sikoryak, και ως τελικά αυτά του Jayr Pulga. Κάποιοι συμμετέχοντες συμπεριέλαβαν και εμφανίσεις γνωστών χαρακτήρων τους (π.χ The Spirit του Will Eisner, Akbar & Jeff του Matt Groening, Zippy the Pinhead του Bill Griffith), για να δώσουν και λίγη γεύση από crossover στο όλο εγχείρημα. Ενδιαφέρον είναι επίσης το οτι οι δευτερεύοντες χαρακτήρες και τα background σκηνικά δε διαρκούν περισσότερο από 3 συμμετοχές (δηλαδή 9 panels) στη σειρά.

* Το Le Cadavre Exquis (Το εξαίσιο πτώμα) ήταν ένα παιχνίδι που έπαιζε ο André Breton και ο κύκλος των σουρρεαλιστών τις δεκαετίες του 1920 και 1930 για να ξεφύγουν από τους περιορισμούς της λογικής σκέψης. Ο πρώτος συμμετέχων έγραφε μία πρόταση στο πάνω μέρος μίας κόλλας χαρτιού, και το έδινε στον επόμενο για να γράψει τη δική του συνέχεια. Το χαρτί κάθε φορά διπλωνόταν ώστε να φαίνεται μόνο η πρόταση του τελευταίου συμμετέχοντος, και αφού έγραφαν όλοι με τη σειρά τους, ξεδιπλωνόταν και διαβαζόταν ως ολοκληρωμένη αφήγηση (ο Βισνού να την κάνει). Αργότερα το παιχνίδι εξελίχθηκε και σε "εκδόσεις" για σκίτσο και κολλάζ (σαν τη Monopoly ένα πράγμα), οπότε ο Art Spiegelman πολλές δεκαετίες αργότερα πολύ λογικά σκέφτηκε "γιατί όχι και σε comics?"





Το πείραμα του The Narrative Corpse ίσως και να ενέπνευσε ένα αντίστοιχο εγχείρημα του 1999 σε επιμέλεια του τεράστιου Alan Moore και τίτλο The Worm, μόνο που εκεί οι καλλιτέχνες συγκεντρώθηκαν και δούλεψαν ταυτόχρονα πάνω σε ένα προκαθορισμένο σενάριο. Επίσης, έχει εμπνεύσει την πολύ πιο πρόσφατη και πολύ ωραία πρωτοβουλία The Infinite Corpse, ένα διαδραστικό web comic από μόλις... 493 καλλιτέχνες.

Ακολουθεί μία λίστα των εκλεκτών συμμετεχόντων, με τη σειρά που εμφανίζονται τα panels τους στο The Narrative Corpse:

R. Sikoryak > Mark Beyer > Gilbert Hernandez > Mary Fleener > M. K. Brown > David Mazzucchelli > Mort Walker > S. Clay Wilson > Chester Brown > Debbie Dreschler > Mark Landman > Jay Lynch > Gary Leib > Willem > Carol Lay > Jason Lutes > Max Andersson > J. Pirinen > Peter Bagge > G. Wasco > Spain > Carol Swain > Richard McGuire > Drew Friedman > David Sandlin > Ever Meulen > Mariscal > Joost Swarte > Pascal Doury > Georgeanne Deen > Chris Ware > Charles Burns > Lorenzo Mattotti > Justin Green > Julie Doucet > Kaz > Gary Panter > Daniel Clowes > Jonathon Rosen > Krystine Kryttre > Jaime Hernandez > Scott Gillis > Jim Woodring > Paul Corio > Will Eisner > Carol Tyler > Max Cabanes > Gilbert Shelton > Scott McCloud > Typex > José Muñoz > Matt Groening > Joe Sacco > Art Spiegelman > Savage Pencil > Jaques Loustal > Robert Crumb > Aline Kominsky-Crumb > Kamagurka & Herr Seele > Thomas Ott > Bruno Richard > Kim Deitch > Ben Katchor > Lynda Barry > Mark Zingarelli > Richard Sala > Bill Griffith > Jayr Pulga





Η τελευταία ατάκα νομίζω τα λέει όλα από άποψη υποθέσεως και ύφους !

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Art Spiegelman's RAW Gagz

Ένα εξαιρετικό κολλάζ εναλλακτικών γελοιογραφιών της αφρόκρεμας των καλλιτεχνών του RAW

Το θρυλικό αμερικάνικο περιοδικό RAW ήταν μία ανθολογία εναλλακτικών comics, την οποία εξέδιδε ανά τακτά ή άτακτα διαστήματα η μεγάλη μορφή της 9ης τέχνης Art Spiegelman μαζί με τη γυναίκα του, τη γαλλίδα Françoise Mouly, την περίοδο 1980 - 1991. Από τις σελίδες του πέρασαν οι μεγαλύτεροι αμερικανοί underground δημιουργοί της δεκαετίας του 80 (π.χ Robert Crumb, Justin Green, Bill Griffith, Gary Panter), αλλά και πολλοί εξαιρετικοί ευρωπαίοι (Jacques Tardi, Lorenzo Mattotti, Joost Swarte, Francis Masse), οι οποίοι παρουσιάζονταν για πρώτη φορά στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Το RAW αποτελούσε το πιο "καλλιτεχνικό" ή κουλτουριάρικο ξαδερφάκι των underground περιοδικών που μεσουρανούσαν εκείνη την εποχή, όπως π.χ το Weirdo του Robert Crumb, όντας στην ουσία το πρώτο έντυπο που αντιμετώπισε τα comics ως μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης. Ενδεικτικό είναι οτι στις σελίδες του δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες το εμβληματικό graphic novel MAUS του Spiegelman, το έργο δηλαδή που συνετέλεσε τα μέγιστα στην αναγνώριση των comics ως μορφή τέχνης.

Εκτός όμως από την προτίμηση των εκδοτών στους underground καλλιτέχνες, το RAW έτρεφε μεγάλη εκτίμηση και στην ιστορία του μέσου των comics, παρουσιάζοντας συχνά δουλειές των πρωτοπόρων δημιουργών που έθεσαν τα θεμέλια του είδους, όπως οι Winsor McCay (Little Nemo in Slumberland), Gustave Doré, Frans Masereel και George Herriman (Krazy Kat). Και κάπου ανάμεσα στους "προπάτορες" και στους "υπόγειους", υπήρχε πάντα χώρος για την ανάδειξη ανερχόμενων ταλέντων της εποχής - που σήμερα αποτελούν μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της αμερικάνικης σκηνής - όπως οι Chris Ware, Charles Burns και Richard Sala. Παραπονεμένος δεν έμεινε ούτε ο κόσμος των manga, με κάποιες (σπάνιες) παρουσιάσεις ιαπώνων καλλιτεχνών όπως ο Yoshiharu Tsuge. Υπήρχαν επίσης εικονογράφοι, φωτογράφοι, συγγραφείς και ποιητές, με το μεγάλο όγκο του περιοδικού (ξεπερνούσε τις 200 σελίδες) να γεμίζει ασφυκτικά από όλες τις σύγχρονες καλλιτεχνικές τάσεις, πάντα με έμφαση στις πιο πρωτοποριακές και "περίεργες" από αυτές.

Αυτή η εξαιρετική ποικιλία και ποιότητα των επιρροών και των δουλειών που παρουσιάζονταν στο RAW αποτυπώνεται τέλεια στο υπέροχο κολλάζ-κατάλογο των καλλιτεχνών που ονομάστηκε RAW GAGZ και βρίσκεται στο τεύχος #8 (1986) της πρώτης περιόδου του περιοδικού. Τη συλλογή επιμελήθηκε το ζεύγος Art Spiegelman - Françoise Mouly, με τη γαλλίδα εκδότρια αλλά και τυπογράφο του περιοδικού να αναλαμβάνει και τη σύνθεση του πολυσέλιδου κολλάζ. Τα περισσότερα έργα είναι γελοιογραφίες, αλλά όχι με τη συμβατική έννοια του όρου. Φυσικά, δίπλα από κάθε έργο υπάρχει και το όνομα του δημιουργού. Απολαύστε !










Μερικοί από τους (λιγοστούς) καλλιτέχνες που συνεισέφεραν κατά καιρούς δουλειά στο RAW είναι οι:

Art Spiegelman, Alan Moore, Robert Crumb, Charles Burns, Chris Ware, Jacques Tardi, Lorenzo Mattotti, Kaz, Jacques Loustal, Richard Sala, Kim Deitch, Julie Doucet, Justin Green, Bill Griffith, Gary Panter, Lynda Barry, Mark Beyer, Sue Coe, Fletcher Hanks, Kamagurka & Herr Seele, Ben Katchor, Richard McGuire, Ever Meulen, Jerry Moriarty, Françoise Mouly, José Muñoz, Mark Newgarden, Chéri Samba, Robert Sikoryak, Edward Sorel, Joost Swarte, Yoshiharu Tsuge, Marc Caro, Pascal Doury, Max, Francis Masse, και πολλοί άλλοι ..


Το εξώφυλλο του RAW vol.1 #8 (1986), διά χειρός Kaz


Τρίτη 6 Μαΐου 2014

MAUS

Το ολοκαύτωμα-αριστούργημα του Art Spiegelman

Όποιος ασχολείται έστω και ελάχιστα με τα comics σίγουρα κάποια στιγμή θα έχει ακούσει ή θα έχει διαβάσει κάτι για το MAUS. Ίσως μια απλή αναφορά του τίτλου, ίσως κάτι παραπάνω. Ίσως ακόμα να έχει ακούσει να το μνημονεύουν ως ένα από τα διαχρονικά αριστουργήματα του σύμπαντος των 2 διαστάσεων, ή ως το graphic novel που "μεταμόρφωσε" ένα μέσο που μέχρι πρότινος θεωρούταν ως φτηνή διασκέδαση σε τέχνη. Φυσικά, αυτοί που αγαπούν τα comics θεωρούν οτι θα έπρεπε από πάντα να λογίζονται ως είδος τέχνης, όμως αυτό που κατάφερε το MAUS και ο δημιουργός του, ο μεγάλος Art Spiegelman, ήταν να αποδείξει και στους πιο δύσπιστους και συντηρητικούς οπαδούς των "παραδοσιακών" τεχνών οτι το ταπεινό αυτό είδος μπορούσε να παράξει έργα αντάξια της λογοτεχνίας.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε οτι το συγκινητικό αυτό χρονικό του ολοκαυτώματος του 2ου παγκοσμίου πολέμου ήταν το πρώτο (και μέχρι τώρα μοναδικό) graphic novel που κέρδισε το ακριβοθώρητο βραβείο Pulitzer το 1992. Βεβαίως, ο ίδιος ο Spiegelman αντιπαθεί τον όρο graphic novel, αλλά αυτό είναι (εντελώς) άσχετο.

Το MAUS δημοσιευόταν σε συνέχειες από το 1980 έως το 1991 στο θρυλικό περιοδικό RAW που είχε ιδρύσει ο αμερικανός κομίστας με τη γυναίκα του, τη γαλλίδα Françoise Mouly, μία σημαντική εκδότρια του κόσμου των comics. Το 1986 κυκλοφόρησαν τα πρώτα 6 κεφάλαια συγκεντρωμένα σε ένα τόμο με τίτλο Part I, “My Father Bleeds History,” ακολουθούμενα το 1991 από το Part II, “And Here My Troubles Began,”. Τα 2 μέρη αργότερα κυκλοφόρησαν σε ένα βιβλίο 300 σελίδων, το "The Complete MAUS: A Survivor’s Tale". Η έκδοση των 2 τόμων έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά.

Το MAUS (όπως λέμε RAUS) αποτελείται από 2 ιστορίες οι οποίες μας παρουσιάζονται παράλληλα. Σε πρώτο πλάνο είναι η ιστορία του πατέρα του Art, Vladek Spiegelman, ενός πολωνού εβραίου, από τα μέσα της δεκαετίας του '30 και τη γνωριμία του με τη μελλοντική μητέρα των παιδιών του, Anja, έως τη φρίκη του Ολοκαυτώματος και το τέλος του 2ου παγοσμίου πολέμου. Σε δεύτερο πλάνο παρακολουθούμε τον ίδιο το δημιουργό και τις συναντήσεις του με τον πατέρα του στη σύγχρονη Νέα Υόρκη του 1978, με σκοπό να καταγράψει τις αναμνήσεις του για τη δημιουργία του βιβλίου. Όλοι οι χαρακτήρες αναπαριστώνται σαν ανθρωπόμορφα ζώα - οι εβραίοι είναι ποντίκια, οι γερμανοί γάτες, οι μη εβραίοι πολωνοί γουρούνια και οι αμερικανοί σκύλοι - κάτι που μεγιστοποιεί τον αντίκτυπο των τραγικών γεγονότων του πολέμου και συμβολίζει όμορφα τη σχέση γερμανών και εβραίων σαν το "παιχνίδι" της γάτας με το ποντίκι (που φυσικά μόνο παιχνίδι δεν ήταν).

H δεύτερη, σύγχρονη ιστορία περιέχει πλήθος αυτο-βιογραφικών στοιχείων, όπως την αυτοκτονία της μητέρας του Art, Anja, όταν αυτός ήταν 20 χρονών, και τον αντίκτυπο που είχε αυτό το θλιβερό συμβάν στην ήδη εύθραυστη ψυχολογική κατάσταση του νεαρού, όπως ο ίδιος αποκαλύπτει στο ιδιαιτέρως προσωπικό του comic "Prisoner on Hell Planet". Μετά το θάνατο της Anja ο πατέρας του έκαψε το ημερολόγιο που κρατούσε η σύζυγός του κατά τη διάρκεια του πολέμου, το οποίο εκείνη επιθυμούσε να διαβάσει ο γιός τους. Η καταστροφή του πολύ σημαντικού αυτού οικογενειακού κειμηλίου εξόργισε τον Art και χειροτέρευσε τις ήδη τεταμένες σχέσεις του με τον πατέρα του.






To MAUS αποτελεί συγχρόνως μία αφοπλιστική μαρτυρία του εφιάλτη των κρεματορίων του 2ου παγκοσμίου πολέμου, και μία προσπάθεια του δημιουργού να αποδεχθεί τη βαριά εβραϊκή κληρονομιά του και την τόσο σοκαριστική ιστορία της οικογένειάς του, κάτι που οι ψυχολόγοι αναφέρουν σαν μια διαδικασία που περνούν πολύ συχνά τα παιδιά των επιζησάντων αντίστοιχων τραγωδιών - οι λεγόμενοι μάρτυρες δεύτερης γενιάς. Το storytelling είναι τόσο "αθόρυβο", ομαλό και αποτελεσματικό που ο αναγνώστης κυριολεκτικά μπαίνει μέσα στο βιβλίο και ταυτίζεται απόλυτα με τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Τα ποντίκια του Spiegelman δείχνουν πιο ανθρώπινα κι από ανθρώπους, τόσο που φτάνουμε να πονάμε και να συμπάσχουμε μαζί τους, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε οτι η ιστορία τους είναι αληθινή, και αποτελεί απλώς μία από τις εκατομμύρια παρομοίως τραγικές ιστορίες του πολέμου.

Η εικονογράφηση του MAUS είναι πολύ απλή και "εύκολη", μία όμως απολύτως συνειδητή και εσκεμμένη επιλογή - πιστέψτε με, ο αμερικανός καλλιτέχνης μπορεί να σχεδιάσει πολύ πολύ καλύτερα. Δοκιμάζοντας αρκετά εικονογραφικά στυλ, όπως άλλωστε μας έχει συνηθίσει σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του, ο Spiegelman παρατήρησε οτι μία πιο "εκλεπτυσμένη" εικονογράφηση εμπόδιζε την ομαλή ροή της ιστορίας, καθώς "ανάγκαζε" τον αναγνώστη να κάνει διαλείμματα για να θαυμάσει τις καλοσχεδιασμένες εικόνες. Και αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελε, καθώς, κατά τη δήλωσή του, "στο MAUS δε με ενδιέφερε να ζωγραφίσω καλά, το έφτιαξα σα συγγραφέας". Επίσης, μία γνωστή άποψή του είναι οτι κάθε ιστορία πρέπει να έχει μία εικονογράφηση που να αντανακλά το ύφος της, τη διάθεσή της, κάτι που πιστεύω οτι έχει επιτύχει απόλυτα. Ενδεικτικό είναι οτι για κάθε σελίδα σχεδίαζε έως και 50 προσχέδια (!) μέχρι να καταλήξει στην τελική σύνθεσή της.






Το MAUS είναι, εκτός από ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της προσωπικής ιστορίας του Spiegelman, και το έργο ζωής του, καθώς υπήρχε σαν ιδέα στο μυαλό του αμερικανού καλλιτέχνη ήδη από το 1972, όταν και φιλοτέχνησε ένα 3-σέλιδο "προσχέδιο" της ιστορίας του (κάτω αριστερή εικόνα) με τον ίδιο τίτλο αλλά αρκετά διαφορετική εικονογράφηση, το οποίο δημοσιεύθηκε μετά από 35 χρόνια, το 2008, στην ανθολογία μικρών ιστοριών Breakdowns. Το πόσο σημαντικό είναι το έργο για το δημιουργό του αποδεικνύεται περίτρανα από τα 13 χρόνια συνεχούς συλλογής στοιχείων και επεξεργασίας του περιεχομένου του (1978-1991), όπως οι συνεντεύξεις με τον πατέρα του και, κυρίως, η τεράστια ιστορική έρευνα που διεξήγαγε γύρω από τις συνθήκες της εποχής του πολέμου, τις αυθεντικές τοποθεσίες των γεγονότων και τις ενδυμασίες. Γι'αυτό και το τελικό αποτέλεσμα είναι τόσο αληθινό και δυνατό, περιέχοντας πλήθος χαρτών της Πολωνίας και των στρατοπέδων συγκέντρωσης, διαγράμματα κρησφυγέτων, ακόμη και ένα εγχειρίδιο για επιδιόρθωση παπουτσιών !

Ο αντίκτυπος και η επιδραστικότητα του μνημειώδους graphic novel του Spiegelman διαφαίνεται και στο METAMAUS του 2011, ένα βιβλίο-συμπλήρωμα με αρκετό bonus material από την ιστορική έρευνα και τη δημιουργική διαδικασία του πρωτότυπου έργου (σημειώσεις, προσχέδια, κτλ), που δημιουργήθηκε με βασικό σκοπό την απάντηση μερικών ερωτημάτων που εδώ και 20 χρόνια επανέρχονται συνεχώς στα στόματα κοινού και δημοσιογράφων. Η πιο συχνή από αυτές τις ερωτήσεις ήταν "Γιατί ποντίκια ?" Η απάντηση του καλλιτέχνη είναι οτι η έμπνευσή του προήλθε από μία μάλλον αναπάντεχη πηγή - από τις προπαγανδιστικές, αντισημιτικές αφίσες της δεκαετίας του '30 στη Γερμανία, στις οποίες οι εβραίοι πολύ συχνά αναπαρίσταντο σαν τρωκτικά ή φίδια.





Για επίλογο άφησα λόγια διαφόρων πολύ επιφανών προσωπικοτήτων του κόσμου των comics αλλά και της λογοτεχνίας που επαινούν το MAUS.

Umberto Eco :
"Maus is a book that cannot be put down, truly, even to sleep. When two of the mice speak of love, you are moved, when they suffer, you weep. Slowly through this little tale comprised of suffering, humor and life's daily trials, you are captivated by the language of an old Eastern European family, and drawn into the gentle and mesmerizing rhythm, and when you finish Maus, you are unhappy to have left that magical world and long for the sequel that will return you to it."

Alan Moore :
"I have been convinced that Art Spiegelman is perhaps the single most important comic creator working within the field and in my opinion Maus represents his most accomplished work to date."

Jules Feiffer :
"A remarkable work, awesome in its conception and execution ... at one and the same time a novel, a documentary, a memoir and a comic book. Brilliant, just brilliant."

Raymond Briggs:
"A very moving book about a subject so terrible it is almost impossible to comprehend. Maus proves that the strip cartoon is a medium just as good as the novel or film. A great achievement."

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

City of Glass

Μία σεμιναριακού επιπέδου "απόδοση" ενός κλασικού βιβλίου στη γλώσσα των comics

Στον παραπάνω υπότιτλο, η λέξη απόδοση είναι μέσα σε εισαγωγικά, επειδή πολύ απλά το συγκεκριμένο graphic novel του Paul Karasik και του εξαιρετικού David Mazzucchelli δεν είναι στην ουσία μία απόδοση, μία μεταφορά ενός βιβλίου σε μορφή comics, αλλά μία μεταμόρφωση, μία μετουσίωση από ένα μέσο σε ένα άλλο.

Είναι μία εξερεύνηση των δυνατοτήτων και ορίων του μέσου των comics, και όσο κλισέ και αν ακούγεται αυτή η φράση, είναι πέρα ως πέρα αληθινή. Οι δύο μεγάλοι δημιουργοί πήραν τη μετα-μοντέρνα, noir αριστουργηματική νουβέλα του συγγραφέα Paul Auster και τη μετέτρεψαν σε ένα πρωτοποριακό, πειραματικό εικονογραφημένο βιβλίο που στέκεται άνετα στα πόδια του ως ένα ξεχωριστό, πρωτότυπο έργο, και όχι ως ένα απλό "καθρέφτισμα" του πρωτότυπου.

Είναι πραγματικά μία σπάνια δουλειά, ένα σεμιναριακού επιπέδου δείγμα storytelling, ένα είδος graphic novel μοναδικό στο σύμπαν των 2 διαστάσεων. (Υπερβάλλω ? Καθόλου)

Το αρκετά παράξενο αυτό project ξεκίνησε στο μυαλό της τεράστιας προσωπικότητας του κόσμου των comics που ονομάζεται Art Spiegelman όταν, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 παρατηρούσε με δυσαρέσκεια ότι το αριστούργημά του, MAUS, βρισκόταν στα ράφια των βιβλιοπωλείων ανάμεσα σε εγχειρίδια fantasy και role-playing games. Θέλοντας να "μπολιάσει" τα comics με γόνιμο λογοτεχνικό DNA, και να τα καθιερώσει ως μία ξεχωριστή, ευυπόληπτη τέχνη (ώστε και το MAUS να έχει καλή παρέα στα ράφια), ζήτησε σε μερικούς καταξιωμένους συγγραφείς να γράψουν σενάρια που θα εικονογραφούνταν μετά από ταλαντούχους κομίστες.

Ένας από τους πρώτους ανθρώπους που προσέγγισε ο Spiegelman ήταν ο Paul Auster. Ο Auster δεν είχε χρόνο να γράψει κάτι καινούριο, και του πρότεινε να χρησιμοποιήσει κάποια παλιότερή του δουλειά. Έτσι αυτός, όπως εύκολα μαντέψατε, διάλεξε το City of Glass (1985), το πρώτο μέρος της περίφημης τριλογίας του συγγραφέα The New York Trilogy, και ανέθεσε τη δουλειά στον ανερχόμενο τότε, και εξαιρετικά ταλαντούχο εικονογράφο David Mazzucchelli. Αλλά λόγω της ιδιαιτερότητας και πολυπλοκότητας της νουβέλας (θα καταλάβετε παρακάτω), ακόμα και η απίστευτα δημιουργική φαντασία του Mazzucchelli τα βρήκε σκούρα, ιδιαίτερα στον τομέα του storytelling. Τότε ο Spiegelman εισήγαγε στο project τον μαθητή του Paul Karasik, ο οποίος βοήθησε αποφασιστικά στο "πανελάρισμα", στο χωρισμό δηλαδή του κειμένου σε "κουτάκια" (panels), και το City of Glass εκδόθηκε τελικά το 1994 από την Avon Books. Το βιβλίο αναγνωρίστηκε αμέσως ως αριστούργημα από κοινό και κριτικούς, και συμπεριελήφθη στα "Top 100 English-Language Comics of the Century".




Η υπόθεση του βιβλίου είναι αρκετά δύσκολο να περιγραφεί, και μάλιστα δεν έχει και μεγάλη σημασία η ιστορία αυτή καθεαυτή (αν και είναι καταπληκτική), αλλά ο χειρισμός των γεγονότων, των χαρακτήρων, του χρόνου και της γλώσσας από τους δημιουργούς.

Κεντρικός ήρωας της υπόθεσης είναι ο Daniel Quinn, ένας πρώην ποιητής και νυν συγγραφέας μέτριων αστυνομικών μυθιστορημάτων που παθιάζεται με μία παράξενη υπόθεση, και τελικά καταλήγει να χάσει τον εαυτό του, καθώς η τρέλα σιγά-σιγά τον κερδίζει. Όλα ξεκίνησαν όταν ο Quinn έλαβε ένα τηλεφώνημα που προοριζόταν για ένα ντετέκτιβ ονόματι ... Paul Auster. Πληροφορεί την άγνωστη γυναικεία φωνή οτι έχει κάνει λάθος αριθμό, αλλά όταν τα τηλεφωνήματα συνεχίζονται, η περιέργειά του τον ωθεί να παραστήσει τον Auster και να συναντηθεί με την επίμονη γυναίκα. Αυτή θα του παρουσιάσει τον άντρα της, τον Peter Stillman, ο οποίος είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος για τις... υπηρεσίες του. Ο Stillman, με τα κινητικά προβλήματα και τον ακατάληπτο, σπασμωδικό, χειμαρρώδη λόγο του θα τον εισάγει στην περίεργη οικογενειακή του ιστορία και θα του εξηγήσει γιατί έχει λόγους να πιστεύει ότι απειλείται από... τον ίδιο του τον πατέρα. Ο Quinn θα γίνει η σκιά του πατέρα, του καθηγητή Peter Stillman του γηραιότερου, και θα γοητευτεί από τις σχεδόν μυστικιστικές θεωρίες του για τη γλώσσα, τον άνθρωπο και το θεό. Σιγά-σιγά όμως, χωρίς να το συνειδητοποιήσει, θα παρασυρθεί επικίνδυνα κοντά στις εμμονές και την τρέλα του καθηγητή, και θα αρχίσει να αμφιβάλλει όχι μόνο για την πραγματικότητα, αλλά ακόμη και για την ίδια του την ταυτότητα.



Τα θέματα που κυριαρχούν στο υποδειγματικό αυτό graphic novel είναι η ταυτότητα, η πραγματικότητα και η γλώσσα. Η ταυτότητα του κεντρικού ήρωα Quinn που μπλέκεται με αυτή του ήρωα των μυθιστορημάτων του, η διόλου τυχαία συνωνυμία του Paul Auster του συγγραφέα της νουβέλας (που δε διστάζει να χρησιμοποιήσει το ίδιο το όνομά του) με τον "αόρατο" χαρακτήρα Paul Auster τον ντετέκτιβ, αλλά και με ένα άλλο χαρακτήρα, τον πραγματικό Paul Auster, επίσης συγγραφέα, καθώς και η ταυτότητα του συγγραφέα του Don Quixote, Cervantes, που συγχέεται με αυτή του αφηγητή της ιστορίας του. Η πραγματικότητα δεν παρουσιάζεται ως μία και μοναδική, απόλυτη, αλλά ως μία οντότητα με πολλά επίπεδα και πολλές πιθανές ερμηνείες (και παρερμηνείες). Και η γλώσσα λογίζεται ως οργανισμός με δική της ζωή, και εξυψώνεται στο ρόλο του χαμένου συνδετικού κρίκου ανάμεσα στον άνθρωπο με το θεό. Μπερδεμένα πράγματα, έτσι ? Κι όμως, διαβάζοντας το βιβλίο, τίποτε από όλα αυτά δε μοιάζει περίπλοκο, ή ασυνάρτητο. Όλα έχουν τη σημασία τους και τη θέση τους στην εξέλιξη της αφήγησης και των χαρακτήρων.

Η εικονογράφηση του Mazzucchelli, με την πολύτιμη βοήθεια του Karasik φυσικά, συγκαταλέγεται στις πιο έξυπνες, εφευρετικές και πρωτοποριακές που έχουν υπάρξει ποτέ σε σελίδες comics. Το αποτέλεσμα της εύφορης συνεργασίας των δύο αυτών ταλαντούχων δημιουργών είναι κάτι παραπάνω από μία "εικονοποίηση" της αυθεντικής νουβέλας του Paul Auster. Είναι ένα ξεχωριστό, διαφορετικό έργο, που απλώς χρησιμοποιεί το κείμενο του συγγραφέα για να διαμορφώσει ένα πιο πολύπλοκο σύνολο. Με το παραπλανητικά απλό φορμά των 9 panels ανά σελίδα ως βάση, και χρησιμοποιώντας ένα μείγμα τεχνικών, οι εικόνες συχνά λειτουργούν ανεξάρτητα από το κείμενο (κι όμως, γίνεται), και άλλες φορές αφηγούνται πιο γλαφυρά από τις λέξεις. Υπάρχουν κινηματογραφικά "ζουμαρίσματα", αφαιρετικές μεταμορφώσεις, επαναλήψεις που δυναμώνουν τον αντίκτυπο μίας εικόνας, και κάθε λογής ευφυέστατα εικονογραφικά ευρήματα που διαχωρίζουν με ευκολία το οπτικό αποτέλεσμα του City of Glass από οποιοδήποτε άλλο graphic novel έχετε διαβάσει. Είναι ένα μοναδικό "πείραμα", το οποίο κανείς έκτοτε δεν έχει επιχειρήσει να επαναλάβει.

Για επίλογο, άφησα μία φράση από μία κριτική που νομίζω ότι περιγράφει την εκπληκτική αυτή δουλειά καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη που διάβασα : "Adapted by Paul Karasik and David Mazzucchelli, with graphics by David Mazzucchelli, Paul Auster's groundbreaking masterwork has been astonishingly transformed into a new visual language".





Links

City of Glass @ the guardian
City of Glass @ The Comics Journal
City of Glass @ Bookslut
City of Glass @ vivid scribe
City of Glass @ wikipedia
Adaptation and amplification in City of glass (pdf)