Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα comics history. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα comics history. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

Seiichi Hayashi - Yamanba Lullaby

Ένα ιστορικό, πειραματικό, alternative pop art manga

O Seiichi Hayashi είναι ένας θρύλος του κόσμου των manga, και ιδιαίτερα του πιο πρωτοποριακού και εναλλακτικού κομματιού των ιαπωνικών comics. Γεννημένος το 1945, ξεκίνησε την καριέρα του στην τρυφερή ηλικία των 22 στο θρυλικό, avant-garde περιοδικό Garo, ανανεώνοντας, εξελίσσοντας και επεκτείνοντας τους ορίζοντες της ιαπωνικής 9ης τέχνης μαζί με τους υπόλοιπους πρωτοπόρους καλλιτέχνες της συντακτικής ομάδας. Γνωστός περισσότερο για το εμβληματικό Red Color Elegy, ένα graphic novel του 1971 που έφερε πραγματικά επανάσταση στο χώρο των manga και επηρρέασε ολόκληρες γενιές δημιουργών, ο Hayashi αρεσκόταν να φιλοτεχνεί κυρίως σύντομες και μεσαίου μήκους ιστορίες με έντονο το στοιχείο του πειραματισμού αλλά και επιρροές από δυτικά καλλιτεχνικά κινήματα (pop art, σουρρεαλισμό, κ.α).

Μία από τις πιο γνωστές του μεσαίου μήκους ιστορίες είναι και το Yamanba Lullaby, που φιλοτεχνήθηκε τον Αύγουστο του 1968 και δημοσιεύθηκε το Σεπτέμβριο του 1968 στο τεύχος #50 του Garo, το οποίο θα επαναλάβω το πόσο σημαντικό για την κουλτούρα των manga και επιδραστικό περιοδικό υπήρξε. Οι υπόλοιποι, μεγαλύτεροι σε ηλικία συντελεστές του περιοδικού, όπως ο ιδρυτής του Sanpei Shirato (γεννημένος το 1932), ο Shigeru Mizuki (γεννημένος το 1922), και ο Yoshiharu Tsuge (γεννημένος το 1937) παρέδιδαν επίσης πρωτοποριακές δουλειές, οι οποίες όμως δεν έδειχναν να μπορούν να απευθυνθούν σε ένα ευρύτερο κοινό. Ο Hayashi ήταν αυτός που, με την εισαγωγή στοιχείων της pop κουλτούρας και δυτικών τάσεων κατάφερε να προσελκύσει το ενδιαφέρον μίας μεγαλύτερης μερίδας του πολυπληθούς ιαπωνικού, κομιξόφιλου κοινού, το οποίο τον καιρό εκείνο γνώριζε μόνο τις παιδικές περιπέτειες της σχολής του Osamu Tezuka.

Επειδή όμως άρχισα να πλατειάζω, πάμε να δούμε την εμβληματική 34-σέλιδη ιστορία, και συνεχίζουμε μετά. Σημειωτέον, παρουσιάζεται ολόκληρη σε παγκόσμια αποκλειστικότητα - δηλαδή δεν την έχω πετύχει πουθενά στο internet.
(διαβάζεται από δεξιά προς αριστερά, όπως όλα τα manga)




















To Yamanba Lullaby είναι μία εμβληματική ιστορία για τον κόσμο των manga, αλλά και της ιαπωνικής pop art, και της ιαπωνικής avant-garde γενικότερα. Ο καλλιτέχνης χρησιμοποιεί όπως αναφέραμε στοιχεία των ευρωπαϊκών και αμερικάνικων comics, ακόμη και κάποιους πολύ γνωστούς χαρακτήρες της αμερικάνικης βιομηχανίας (Batman, Superman, κ.α). Στη συγκεκριμένη περίπτωση βεβαίως, η εμφάνιση των γιάνκηδων υπερηρώων αποτελεί μέσο καταγγελίας της έντονης αμερικάνικης επιρροής στην πολιτική, την κοινωνία αλλά και την τέχνη της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου πολέμου.

Tο ζήτημα αυτό προσωπικά το βρίσκω αρκετά ενδιαφέρον αλλά και μυστηριώδες, μη μπορώντας να κατανοήσω με το φτωχό μου το μυαλό πώς γίνεται ένας λαός να φάει 2 ατομικές βόμβες στο κεφάλι, και μετά να ερωτευτεί μέχρι αηδίας αυτούς που του τις ρίξανε. Σκεφτείτε μόνο οτι το εθνικό σπορ της Ιαπωνίας είναι το ελεεινό και τρισάθλιο baseball. Τους ίδιους προβληματισμούς είχε λοιπόν και ο Hayashi πολλά χρόνια προτού γεννηθώ, παρουσιάζοντας με μελανά χρώματα τους κακούς αμερικάνους που προσπαθούν να απαγάγουν την Ιαπωνία, την οποία εικονοποεί συμβολικά ως αρχετυπική αγνή παρθένα.

H cult ιστορία Yamanba Lullaby μεταφράστηκε για πρώτη φορά στα αγγλικά στη συλλογή σύντομων ιστοριών Gold Pollen and Other Stories της πολυαγαπημένης μου Fantagraphics (2013), συγκεντρώνοντας μικρές και μεσαίου μήκους δουλειές του Seiichi Hayashi από την περίοδο 1968 - 1972.


Το εξώφυλλο του Garo #50 (1968) και της συλλογής Gold Pollen and Other Stories (2013)



Σάββατο 18 Νοεμβρίου 2017

Robert Crumb - Abstract Expressionist Ultra Super Modernist Comics (1967)

Όταν ο μεγάλος  Robert Crumb γέννησε το κίνημα των αφηρημένων comics

Η σύντομη, 3-σέλιδη ιστορία Abstract Expressionist Ultra Super Modernist Comics του πατέρα των αμερικάνικων (και δη παγκόσμιων) underground comics, του μεγάλου Robert Crumb, κατέχει μία ιδιαιτέρως εξέχουσα θέση στην ιστορία της 9ης τέχνης. Λογίζεται, αν όχι το πρώτο, σίγουρα ένα από τα πρώτα παραδείγματα του υπο-είδους που πολύ αργότερα θα ονομαζόταν Abstract Comics. Φιλοτεχνήθηκε το 1967 και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο θρυλικό περιοδικό ZAP Comix #1 το Φεβρουάριο του 1968, για να αποτελεί έκτοτε ένα από τα πιο περιζήτητα "κομμάτια" του καλλιτέχνη για γκαλερί και συλλέκτες τέχνης ανά τον κόσμο.

Είναι νομίζω εύκολα κατανοητό, αλλά για να παρουσιάσω ένα "ολοκληρωμένο" άρθρο, αναφέρω οτι Abstract Comics (αφηρημένα comics) ονομάζεται το υπο-είδος της 9ης τέχνης που αφαιρεί ή ελαχιστοποιεί όλα τα συνηθισμένα αφηγηματικά στοιχεία των comics όπως υπόθεση, σενάριο, διαλόγους, χαρακτήρες, ακόμη και ήχους, για να καταλήξει στα απολύτως βασικά δομικά στοιχεία του είδους. Δεν υπάρχει ιστορία ή γραμμική αφήγηση, παρά μόνο μία μεταμόρφωση και αλληλεπίδραση σχημάτων από panel (κουτί) σε panel. Το αποτέλεσμα είναι άκρως "σχηματικό", εξπρεσσιονιστικό, και φυσικά αφηρημένο.






Μία ενδιαφέρουσα πληροφορία είναι οτι οι μοναδικές λέξεις που ο Crumb χρησιμοποιεί στην ιστορία, spa και fon (ο Όντιν να τις κάνει λέξεις), αναφέρονται στις ανθολογίες Weird Science και Weird Fantasy που εξέδιδε η θρυλική EC Comics τη δεκαετία του '50, και τις οποίες ο καλλιτέχνης διάβαζε φανατικά. "Spa fon", καθώς και "Squa Tront" ήταν κάποιες από τις αγαπημένες "εκφράσεις" εξωγήινων όντων στις ιστορίες των ανθολογιών αυτών.

Στην πραγματικότητα, δεν ήταν ο Robert Crumb που έφτιαξε τα πρώτα αφηρημένα comics, αφού είχαν προηγηθεί οι πειραματισμοί του Saul Steinberg και του guru των ψυχεδελικών, underground comics, Rick Griffin, όμως ο Crumb ήταν αυτός που με τη δημοτικότητά του τα μετέδωσε σε ένα μεγαλύτερο κοινό. Έτσι πάει στον κόσμο της τέχνης - αν το ψάξετε θα δείτε οτι ούτε ο Picasso ήταν αυτός που "εφηύρε" τον κυβισμό, αλλά ένας κύριος ονόματι Georges Braque. Και φυσικά, για αυτές τις "αδικίες" και τις λανθασμένες αποδόσεις ευσήμων δεν ευθύνονται οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, αλλά οι κριτικοί που πάντα ψάχνουν για "πατρότητες" και πρωτιές.

Εκτός από τους προαναφερθέντες Robert Crumb, Rick Griffin και Saul Steinberg, άλλοι σημαντικοί καλλιτέχνες που έχουν κατά καιρούς φιλοτεχνήσει αφηρημένα comics είναι οι Lewis Trondheim, Gary Panter, Victor Moscoso, James Kochalka, Anders Pearson και Andrei Molotiu, με τον τελευταίο να είναι ο πλέον σύγχρονος, αλλά και ο άνθρωπος που συνέλλεξε ένα τεράστιο όγκο πληροφοριών και δουλειών στην εξαιρετική ανθολογία Abstract Comics (Fantagraphics Books, 2009).

Διαβάστε αν θέλετε ένα πολύ καλό άρθρο για τα αφηρημένα comics από το The Hooded Utalitarian


ZAP Comix #1 (Φεβρουάριος1968)

Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

Wally Wood's 22 Panels That Always Work

Ένα θρυλικό αντικείμενο της pop κουλτούρας και της ιστορίας των comics



...
Ο Wally Wood (1927–1981) ήταν ένας θρύλος των αμερικάνικων comics, γνωστός περισσότερο για τη δουλειά του στη χρυσή εποχή του περιοδικού Mad της EC Comics και στο Daredevil της Marvel. Ασφαλώς, η προσωπική του παραγωγή και παρακαταθήκη είναι τεράστια, με μεγάλη ποικιλία θεματολογίας, από horror, ρομαντζάδες και sci-fi μέχρι παρωδίες, πολεμικά και (πολύ) ερωτικό περιεχόμενο. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, πολυσυζητημένες και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες της αμερικάνικης βιομηχανίας comics, ο εξαιρετικός αλλά και κυκλοθυμικός αυτός καλλιτέχνης αυτοκτόνησε το 1981, πικραμένος από την εύθραυστη υγεία του αλλά και από απανωτές αναποδιές στην καριέρα του. Η εκπληκτική εικονογραφική του ικανότητα θεωρείται μέχρι και σήμερα μία από τις αρτιότερες στην ιστορία της 9ης τέχνης, και μάλιστα η βιογραφία του τιτλοφορείται Wally’s World: The Brilliant Life And Tragic Death Of Wally Wood, The World’s Second-Best Comic Book Artist (φαντάζομαι πρώτο θεωρούν τον Jack Kirby).

Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα της λαμπρής καριέρας του Wood είναι και το 22 Panels that Always Work, το οποίο είναι στην ουσία ένα κομμάτι χαρτί στο οποίο έχουν τοποθετηθεί 22 panels (τα "κουτάκια" των comics) κομμένα με ψαλίδι, και φωτοτυπημένα όλα μαζί. Η εποχή δημιουργίας του είναι κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 60, και σίγουρα μετά το 1964, όταν ο ήδη διάσημος καλλιτέχνης μετακόμισε από το Mad στη Marvel. Τα 22 αυτά panels (που στην αρχή ήταν 24 - θα τα πούμε παρακάτω) ήταν ένας οδηγός για τον ίδιο τον καλλιτέχνη, ένας "μπούσουλας" για τους κανόνες του σωστού storytelling. Σήμερα όμως είναι ένα από τα πλέον εικονικά αντικείμενα τέχνης της ιστορίας των comics, ένα αναπόσπαστο κομμάτι της pop culture της 9ης τέχνης.


Ο Wood ήταν καθ'ολη τη διάρκεια της καριέρας του διαβόητος για τη "βαρεμάρα" του - πάντα έψαχνε τρόπους να βάζει όσο το δυνατόν λιγότερη ενέργεια στη δουλειά του. Φυσικά, το αποτέλεσμα ήταν πάντα εξαιρετικό, όμως η πίεση των μεγάλων εταιρειών για ταχύτητα επέβαλε στους καλλιτέχνες να χρησιμοποιούν κάποιο σύστημα, κάποια αυτοματοποιημένη μέθοδο που να εξασφαλίζει και ταχύτητα αλλά και ποιότητα.

Επίσης, οι καλλιτέχνες συνήθιζαν να "δανείζονται" από τη δουλειά άλλων συναδέλφων τους (κάτι που φυσικά συμβαίνει και σήμερα), μία πρακτική που ο Wood ήταν από τους ελάχιστους που είχε παραδεχθεί ανοιχτά. Την περίφημη ατάκα του έχει εικονοποιήσει και ο Dave Sim του Cerebus στο Glamourpuss #6 (2009), το πολύ καλό comic του που περιείχε κάποια εικονικά κομμάτια της ιστορίας της 9ης τέχνης.

1. Never draw what you can swipe
2. Never swipe what you can trace
3. Never trace what you can photocopy
4. Never photocopy what you can clip and paste


Για να μπούμε και λίγο στο παρασκήνιο (το κουτσομπολιό δηλαδή) του θέματος, ένα ενδιαφέρον σημείο της ιστορίας είναι οτι... τα 22 panels δεν τα συνταίριαξε ο Wally Wood !!! Ο ίδιος είχε αρχικά σχεδιάσει 24 panels, χωρισμένα σε 3 φύλλα χαρτί, τα οποία είχε κολλήσει δίπλα στο σχεδιαστήριό του στη Marvel ως βοήθημα για τις δύσκολες ώρες. Το 1980 μάλιστα κυκλοφόρησαν και στη συλλογή σκίτσων του καλλιτέχνη The Wallace Wood Sketchbook, με το απαραίτητο copyright. Το 1981, μετά την αυτοκτονία του Wood, o Larry Hama, παλιός βοηθός του στη Marvel και πλέον υπεύθυνος περιεχομένου της εταιρείας, έψαχνε ένα τρόπο να δώσει μία κατεύθυνση στους νέους σχεδιαστές, κάποιους σωστούς και αποτελεσματικούς τρόπους αφήγησης στα comics. Έτσι, ξέθαψε κάποιες φωτοτυπίες των 24 panels που είχε βγάλει ένας άλλος παλιός βοηθός του Wood, ο πολύ καλός κομίστας Paul Kirchner. Έκοψε τα κουτάκια, τα έκανε κολλάζ σε μία σελίδα, και προσέθεσε τις καλικαντζούρες του τίτλου και του υπότιτλου.

Wally Wood's 22 Panels That Always Work
... or Some Interesting Ways To Get Variety In To Those Boring Panels Where Some Dumb Writer Has A Bunch Of Lame Characters Sitting Around And Talking For Page After Page

Ο Hama λοιπόν βάφτισε τη σελίδα ως ένα βοήθημα για το πώς μπορεί ένας σχεδιαστής να κάνει κάποια βαρετά σημεία μίας ιστορίας που περιέχουν πολύ διάλογο πιο ενδιαφέροντα. Δύο panels όμως ήταν πολύ αχνά από την αλλεπάλληλη φωτοτύπηση, και έτσι έμειναν απ'έξω. Ο Hama διαμοίρασε τα 22 πλέον panels σε όλους τους σχεδιαστές της Marvel, όμως πολύ σύντομα κυκλοφορούσαν από χέρι σε χέρι σε όλα τα σχεδιαστήρια όλων των εταιρειών της αμερικάνικης βιομηχανίας. Κάπως έτσι λοιπόν γεννήθηκε ο μύθος των Wally Wood's 22 Panels That Always Work, ένας μύθος που κρατάει με αμείωτη ένταση μέχρι τις μέρες μας. Τα πρωτότυπα, 3 φύλλα με τα 24 κουτάκια επέζησαν στο αρχείο του καλλιτέχνη που διαχειρίζεται το The Wallace Wood Estate, όμως καταστράφηκαν το 2004 σε μία φωτιά στο σπίτι του διευθυντή της εταιρείας Bill Pearson, εκτοξεύοντας το cult status των περίφημων panels.

Το ποιό είναι αυτό το περίφημο cult status των panels, και η σημασία τους για την pop κουλτούρα των comics αποδεικνύεται περίτρανα από τις άπειρες φορές που έχουν αποδοθεί και παρωδηθεί από άλλους καλλιτέχνες, γνωστούς και μη. Ορίστε μερικές από τις πιο σημαντικές.














To 2006, ο συγγραφέας και κομίστας Joel Johnson αγόρασε την πρωτότυπη...φωτοτυπία του Larry Hama σε μία δημοπρασία και την ανέβασε στο internet για να είναι προσιτή σε όλους. Σε αυτόν οφείλονται οι παραπάνω εκδοχές από άλλους καλλιτέχνες που είδαμε. Ξεχωρίζουν νομίζω οι δύο πρώτες (εεε, δεν τις έβαλα τυχαία πρώτες), του Michael Avon Oeming και του εξαιρετικού Ivan Brunetti. Κάτι μου λέει οτι τις εκδοχές του Picasso και του Rob Liefeld δεν τις έφτιαξαν οι ίδιοι (και συγχωρήστε με που βάζω στην ίδια πρόταση τα δύο αυτά ονόματα), αλλά δεν είμαι σίγουρος. Το 2010 τα panels μεταφέρθηκαν μέχρι και σε... πειραματική ταινία μικρού μήκους από την Anne Lukeman, με τίτλο 22 Frames That Always Work. Και αφού βρήκα ακόμη και tattoo με τα περίφημα panels, σημαίνει οτι έχουν πλέον... χαραχτεί ανεξίτηλα στην pop κουλτούρα του κόσμου των comics (και λογοπαιγνιάκι).

Από τον Paul Kirchner λοιπόν, τον άνθρωπο που έβγαλε τις πρώτες φωτοτυπίες, έπειτα στον Larry Hama που έκανε το κολλάζ που γνωρίζουμε όλοι, και από αυτόν στον Joel Johnson που εξέθεσε το θέμα στο ευρύ κοινό, τα 22 panels του Wally Wood ανήκουν πλέον στη σφαίρα του μύθου, και κυρίως σε κάθε ανερχόμενο καλλιτέχνη που θέλει να πάρει ένα πρώτο μάθημα για τη αφήγηση στα comics από έναν από τους πραγματικούς δάσκαλους του είδους.