Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

HARD ROCK

Μία Hard Rock ιστορία ενηλικίωσης αλά ελληνικά ! 
ή πιο απλά ... Peter Bagge αλά ελληνικά !

Το Hard Rock το γνωρίσαμε μέσα από πολύ καλό, και πλέον cult και ιστορικό fanzine Krak Komiks του Tasmar (Τάσου Μαραγκού) που ξεκίνησε να εκδίδεται το 2006. Αποτέλεσε την κύρια ιστορία των τευχών #1-8, και ολοκληρώθηκε ως δευτερεύουσα στα #9-10.

Η ιστορία ακολουθεί τη ζωή του Μάρκου Δεμάρκου, ενός (περίπου) συνηθισμένου 17χρονου μαθητή που ζεί στη Σύρο κατά τη δεκαετία του '90. Ο Μάρκος είναι ροκομεταλάς και μαλλιάς, του αρέσουν τα comics, σιχαίνεται τον καθωσπρεπισμό και έχει ένα rock συγκρότημα με τον ανεκδιήγητο κολλητό του με το ακόμα πιο ανεκδιήγητο όνομα - Γόγος ! Κυρίως όμως, θέλει απεγνωσμένα να "δραπετεύσει" από τη μικρή του γενέτειρα, η οποία στα μάτια του φαντάζει περισσότερο σαν το Αλκατράζ παρά σαν ένα τυπικό κυκλαδίτικο νησί.

Το κατά πόσο η ιστορία περιέχει αυτο-βιογραφικά στοιχεία του Τάσου Μαραγκού - ο οποίος κατάγεται επίσης από τη Σύρο - δεν το γνωρίζω, όμως το υποπτεύομαι έντονα, πάντως σίγουρα περιέχει πολλά στοιχεία από την καρα-cult σειρά του Peter Bagge Hate, τον απόλυτο ορισμό της χιουμοριστικής, Sex, drugs και Rock 'n' Roll ιστορίας ενηλικίωσης των 90s.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της σειράς (τεύχη #1-5) διαβάζουμε για τα σχολικά χρόνια του Μάρκου και του Γόγου, ενώ κατά τη διάρκεια της δεύτερης (#6-8) διαβάζουμε για τη στρατιωτική θητεία του διδύμου, που συμπίπτει, δυστυχώς για αυτούς, με την κρίση των Ιμίων. Στην τρίτη περίοδο (#9-10) έχουμε μόνο κάποιες ολιγοσέλιδες ιστοριούλες, που δρουν τελείως συμπληρωματικά και λαμβάνουν χώρα κυρίως μετά την απόλυσή τους από το στρατό το 1997.

Η πρώτη περίοδος είναι για μένα με διαφορά η καλύτερη (όπως συμβαίνει και στο Hate), με τα τζαμαρίσματα του συγκροτήματος The Monks σε πρώην φυλακή, την πρώτη φορά του Μάρκου με τη Τζούντη το πανκο-φρικιό, την οικογένειά του να τον πρήζει να διαβάσει περισσότερο και τον Γόγο να δίνει ρέστα με το 37-χρονο ρεμάλι της παρέας, τον Τζίμη. Κοπάνες για καφέ στου Εξωγήινου, μηχανάκια, καψούρες, πενταήμερη με άφθονο sex, μπύρες τα βράδια στο μπαράκι της περιοχής και μπάφοι με την παρέα μέσα στη φάτνη του δήμου! Και όλοι αυτοί (εμείς) που μεγαλώσαμε και ενηλικιωθήκαμε στα 90s να αφήνουμε έναν αναστεναγμό ... Αααααααχ ! Τί μας θύμισες τώρα βρε Τάσο.





Η δεύτερη περίοδος του στρατού έχει επίσης πολλή πλάκα και άφθονα τραγελαφικά σκηνικά, όμως κρατάει πιο πολύ από όσο θα ήθελα και δείχνει λιγότερο φρέσκια. Η τρίτη περίοδος επικεντρώνεται στο αβέβαιο μέλλον του Μάρκου στο νησί, και ολοκληρώνεται με την τελική του "απόδραση". Happy end λοιπόν για μια σειρά που, προς τιμήν της, δεν ήταν μόνο happy και ξένοιαστη, αλλά περιείχε και όλα τα άγχη, τις ανασφάλειες και τις αβεβαιότητες της εφηβικής ηλικίας.

Παρεμπιπτόντως, λίγο πριν τελειώσει το story arc της δεύτερης περιόδου, ο Tasmar ξανασχεδίασε την ιστορία του Hard Rock του πρώτου τεύχους και το έβγαλε στα Αγγλικά, σε ένα one-shot με τίτλο HARD ROCK #1, ως promo για το Super London Comic Con, το Φλεβάρη του 2012. Η βελτίωση στο σχέδιο είναι φανερή, ενώ το κομιξάκι συνοδεύεται από τρεις μονοσέλιδες έγχρωμες ιστορίες που δεν υπάρχουν σε άλλο τεύχος της σειράς, η πρώτη από τις οποίες είναι το making of του one-shot.






Ο Μαραγκός, με καταγωγή από τη Σύρο, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια καταπιάνεται στα κόμικς του με πολιτικά ζητήματα, ιδιαίτερα κατά το διάστημα της συνεργασίας του με την "Εφ.Συν." μέσω των "Αδέσποτων Σκίτσων", παραμένει πάντα ένας δημιουργός με έμφαση στο χιούμορ, έστω κι αν αυτό είναι συχνά πικρό και σαρκαστικό. Σε αυτό τον βοηθάνε τα υπέροχα σχέδιά του, οι γκροτέσκες φιγούρες, οι κοφτοί διάλογοι και οι ευφυείς ονοματοποιίες που φέρνουν στον νου τις δουλειές του Peter Bagge από την εποχή του Hate, αλλά και άλλων μεγάλων των αμερικανικών alternative comics, όπως του Daniel Clowes και των αδερφών Hernandez.

Στο Hard Rock εφαρμόζει πολύ επιτυχημένα τη συνταγή της μεγάλης αφήγησης σε συνέχειες, με σταθερούς πρωταγωνιστές που μεγαλώνουν όσο περνάνε τα χρόνια, εξελίσσουν τους χαρακτήρες τους και το πεδίο της δράσης τους, διαμορφώνονται από τις εμπειρίες τους και σταδιακά γίνονται όλο και πιο σύνθετοι και πολυδιάστατοι. Παράλληλα, στο background ξεδιπλώνεται η Ελλάδα των περασμένων δεκαετιών (και σε μεγάλο βαθμό τού σήμερα) με όλες τις παθογένειες των μικρόκοσμων της ελληνικής επαρχίας, με τους συντηρητικούς και οπισθοδρομικούς γονείς, τους φονταμενταλιστές παπάδες, τους θρησκόληπτους και αυταρχικούς δασκάλους σε ένα αφιλόξενο και εχθρικό σχολείο, τη διαρκή και αθεράπευτη παράνοια του ελληνικού στρατού, τα τραγελαφικά αποτελέσματα της προσκόλλησης στον τουρισμό ως πανάκειας κ.λπ. Χωρίς ποτέ να απουσιάζει η πλάκα και ο σαρκασμός προς όλα αυτά τα πρόσωπα-ιδεότυπους της νεοελληνικής τραγωδίας.





O συγκεντρωτικός τόμος του HARD ROCK εκδόθηκε το 2017 από τη Jemma Press και περιλαμβάνει τα άπαντα της σειράς, συν μια ολοκαίνουργια ιστορία 26 σελίδων με τον Μάρκο και τον Γόγο, καθώς και ένα έξτρα flip comic με συμμετοχές από δημιουργούς όπως οι Tomek, Μιχάλης ∆ιαλυνάς, Κωστής Τζωρτζακάκης, Κώστας Κυριακάκης, Γιώργος Γούσης,  Γιάννης Ρουμπούλιας, ∆ημήτρης Καμένος, Αγγελική Σαλαμαλίκη, Τάσος Παπαϊωάννου και πολλοί άλλοι.

Ο τόμος εξαντλήθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα (και πολύ καλά έκανε), για να ακολουθήσει η 2η έκδοση το 2018, με το ίδιο περιεχόμενο και διαφορετικό εξώφυλλο.





Life is Hard Rock baby !

Δε θα μπορούσαμε να κλείσουμε με πιο ταιριαστή ατάκα από αυτή που ενέπνευσε τον τίτλο του πολύ καλού, νοσταλγικού θα μπορούσαμε να πούμε, και ήδη cult αυτού graphic novel του Τάσου Μαραγκού. Και, επίσης πολύ ταιριαστά, την ατάκα την ξεστομίζει ο αμετανόητος τριαντάρης ρεμπεσκές της ιστορίας, Τζίμης, με τον 17χρονο Μάρκο να σκέφτεται "Πρέπει να είναι από τις μεγαλύτερες μαλακίες που έχω ακούσει".

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2018

Taiyō Matsumoto - Nicolas de Crécy artbook

Μία υπέροχη συνεργασία ανατολής - δύσης

Ο Taiyō Matsumoto και ο Nicolas de Crécy είναι δύο από τους κορυφαίους δημιουργούς των σχολών τους - αντιστοίχως των ιαπωνικών και των ευρωπαϊκών comics, κάτι που ασφαλώς τους κατατάσσει ανάμεσα στους κορυφαίους παγκοσμίως. Με κοινά στοιχεία το αμέσως αναγνωρίσιμο στυλ, την ευαισθησία και την πολύ υψηλή ποιότητα σε όλες ανεξαιρέτως τις δουλειές τους, οι δύο καταξιωμένοι δημιουργοί ένωσαν το 2014 τις δυνάμεις τους για να μας προσφέρουν ένα πολύ όμορφο artbook που εκδόθηκε στην Ιαπωνία από την Genkosha.

Για όσους δυστυχώς δε γνωρίζουν το έργο των δύο αυτών εξαιρετικών κυρίων, αναφέρω οτι ο Taiyō Matsumoto είναι ο mangaka που μας έχει προσφέρει τα Tekkon Kinkreet και PingPong, τα οποία έχουν μεταφερθεί πολύ επιτυχημένα και σε anime, καθώς και τα Go Go Monster, Sunny και Number Five, και ο Nicolas de Crécy είναι ο δημιουργός των Prosopopus, Foligatto, της εκπληκτικής τριλογίας Le Bibendum Celeste, των Léon la Came και Salvatore, μεταξύ πολλών άλλων υπέροχων δουλειών.

Οι δύο καλλιτέχνες έχουν συμμετάσχει επίσης σε μία ακόμη επιτυχημένη συνεργασία ανατολής και δύσης, στην πολύ όμορφη συλλογή ιαπώνων και γάλλων δημιουργών Japan as Viewed by 17 Creators

Για τη δημιουργία του υπέροχου αυτού artbook που τιτλοφορείται απλώς με τα ονόματά τους, οι δύο καλλιτέχνες αλληλογραφούσαν και αντάλλασσαν ιδέες για καιρό, και μάλιστα συναντήθηκαν κάποιες φορές στο Παρίσι και στο Τόκυο, με τα αποτελέσματα των βολτών και των συζητήσεων τους να περιέχονται επίσης στο βιβλίο. Δυστυχώς το artbook δεν έχει εκδοθεί ούτε καν στα αγγλικά, ή σε κάποια άλλη γλώσσα εκτός της ιαπωνικής, οπότε μπορούμε μόνο να θαυμάσουμε τις υπέροχες εικονογραφήσεις και τις επίσης υπέροχες μονοσέλιδες και σύντομες ιστορίες, που αν και αποτελούν την ουσία κάθε αντίστοιχου βιβλίου, συνοδεύονται πάντα από ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τους καλλιτέχνες.









Η πηγή μου για αυτή την αποκλειστική στην Ιαπωνία έκδοση είναι το εξαιρετικό site Halcyon Realms, το οποίο εξειδικεύεται σε αντίστοιχες κυκλοφορίες. Οι παρακάτω φωτογραφίες είναι παρμένες από το άρθρο του.










Να'τοι και οι καλλιτέχνες. Ο Taiyō Matsumoto ξεναγεί τον Nicolas de Crécy σε μία "σχεδιαστική βόλτα" (sketchwalk) στο ιαπωνικό νησί Enoshima, στο οποίο διαδραματίζονται πολλές από τις ιστορίες του, με πιο χαρακτηριστική περίπτωση το Ping Pong.



Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

Edward Gorey book covers


Τα ξεχασμένα εξώφυλλα βιβλίων
του Edward Gorey

Ο ξεχωριστός όσο και εκκεντρικός αμερικανός καλλιτέχνης Edward Gorey (1925-2000) θα μνημονεύεται για πάντα ως ο δημιουργός περισσότερων από 100 (!) μικρών ή μεγαλύτερων εικονογραφημένων βιβλίων με τη χαρακτηριστική του εικονογράφηση βικτωριανής αισθητικής, την απόκοσμη ατμόσφαιρα και τη συνηθισμένη μακάβρια κατάληξη για τους πρωταγωνιστές του (ιδιαίτερα αν αυτοί είναι παιδιά). Με μία καριέρα που διήρκησε πάνω από πέντε δεκαετίες, ο Gorey παρήγαγε μερικά από τα πιο γνωστά και αγαπημένα παιδικά βιβλία που σίγουρα δεν είναι για παιδιά (!), όπως τα The Gashlycrumb Tinies, The Doubtful Guest, The Epiplectic Bicycle, The Hapless Child και The Willowdale Handcar. Παράλληλα όμως με τη μεγάλη προσωπική του παραγωγή, ο διάσημος δημιουργός ήταν περιζήτητος ως εικονογράφος εξωφύλλων για βιβλία, ιδιαιτέρως αν αυτά ήταν βικτωριανής ή εδουαρδινής θεματολογίας.

Η ενασχόληση του Gorey με την εικονογράφηση εξωφύλλων βιβλίων ξεκίνησε το μακρινό 1953 με τη συνεργασία του με την εταιρεία Doubleday Anchor, για λογαριασμό της οποίας φιλοτέχνησε περισσότερα από 50 εξώφυλλα έως το 1959. Η δουλειά του καθόρισε τα πρότυπα και για τα μετέπειτα εξώφυλλα της εταιρείας, αλλά αποτέλεσε επίσης ένα σημαντικό στάδιο στην προσωπική καλλιτεχνική εξέλιξη του αμερικανού δημιουργού. Οι χαρακτηριστικές βικτωριανές του φιγούρες και οι "χειροποίητες" γραμματοσειρές του, σε συνδυασμό με την ικανότητα να αποδίδει την ουσία ενός βιβλίου σε μία και μόνη εικόνα τον έκαναν περιζήτητο στο χώρο, δημιουργώντας έτσι τη δεύτερη επαγγελματική του απασχόληση, μία δεύτερη "καριέρα" που θα συνεχιζόταν για το υπόλοιπο της ζωής του.

Από τη Doubleday Anchor ο καλλιτέχνης μεταπήδησε στη Looking Glass Library, μία εταιρεία που εξέδιδε βιβλία για παιδιά και εφήβους. Παρά τη συνηθισμένη φρικτή κατάληξη των παιδιών στις δικές του ιστορίες, ο Gorey είχε καθιερωθεί πλέον ως ένας από τους καλύτερους εικονογράφους  εξωφύλλων για παιδικά - αλλά όχι μόνο - βιβλία. Η πορεία του στο χώρο συνεχίστηκε μέχρι και τη δεκαετία του '80, αλλά πλέον περισσότερο με γραφιστική παρά με εικαστική δουλειά. Τα αμέτρητα εξώφυλλα της προσωπικής του παραγωγής περιλαμβάνουν δουλειές από τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως οι Franz Kafka, H.G.Wells, Bernard Shaw, Edgar Allan Poe, T.S. Elliott, Anton Chekhov, Nicolai Gogol, Joseph Conrad και Henry James. Για τον τελευταίο μάλιστα, ο καλλιτέχνης είχε κάποτε δηλώσει: "I hate Henry James more than anybody else in the world except for Picasso."
























Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...