Πέμπτη 12 Νοεμβρίου 2015

The Gilded Man (Ο Χρυσός Γίγας)

Μία από τις κορυφαίες ιστορίες του 
κορυφαίου δημιουργού της Disney

Ο Carl Barks (1901-2000) ασφαλώς και δε χρειάζεται συστάσεις για τους απανταχού φίλους των comics, μιας και λογίζεται από κοινό, κριτικούς και συναδέλφους του κομίστες ως ο καλύτερος δημιουργός που έχει σχεδιάσει ποτέ ιστορία της πιο διάσημης οικογένειας παπιών του κόσμου - των Ducks. "Πατέρας" του θείου Scrooge και υπεύθυνος για τις πιο συναρπαστικές περιπέτειες του σκωτσέζου μεγιστάνα, του ανιψιού του Donald και της υπόλοιπης παπιο-φαμίλιας, ο Barks έχει αποκτήσει απολύτως δικαίως το παρατσούκλι "Παπιάνθρωπος". Από τις αρχές της δεκαετίας του '40 όταν και ξεκίνησε τη συνεργασία του με τη Disney και για τις επόμενες τρείς δεκαετίες, o αμερικανός καλλιτέχνης δημιούργησε πάνω από 500 ιστορίες με τις διάσημες πάπιες, με αρκετές από αυτές να αποτελούν διαχρονικά αριστουργήματα.

Μία από αυτές είναι και η θρυλική ιστορία The Gilded Man (Ο Χρυσός Γίγας), που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 1952 στο Four Color Comics #422 που εξέδιδε η εταιρεία Dell.

Η πασίγνωστη ιστορία του Barks είναι και μία από τις αγαπημένες του ελληνικού κοινού, αφού ανάμεσα στις αμέτρητες ανατυπώσεις της σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, υπήρξε και μία από τις πρώτες που δημοσίευσε το εμβληματικό περιοδικό ΚΟΜΙΞ, στο τεύχος #2 του Αυγούστου του 1988. Το ΚΟΜΙΞ #1 φυσικά ήταν η, επίσης πασίγνωστη και πολυαγαπημένη ιστορία Lost in the Andes (Χαμένοι στις Άνδεις).

Στις 32 σελίδες του Ο Χρυσός Γίγας περιέχει όλα τα αγαπημένα, γνώριμα συστατικά των δουλειών του μεγάλου αμερικανού καλλιτέχνη, όπως το χιούμορ, την περιπέτεια, τα ταξίδια, τις εναλλαγές της μοίρας και την αναζήτηση ενός θησαυρού ή ενός πολύτιμου αντικειμένου. Στην προκειμένη περίπτωση το αντικείμενο είναι ένα σπάνιο γραμματόσημο από τη Βρετανική Γουιάνα (σήμερα σκέτη Γουιάνα), το υπαρκτό, πιο ακριβό και πιο σπάνιο γραμματόσημο του κόσμου, British Guiana 1c Magenta του 1856. Στην ιστορία ο Donald, ο πρωταγωνιστής της περιπέτειάς μας αναφέρει οτι αξίζει πάνω από 50.000 $ (πολλά λεφτά για το 1952), όμως στη σύγχρονη πραγματικότητα, και συγκεκριμένα το 2014, δημοπρατήθηκε για 9.500.000 $ (δεν κάνω πλάκα).

Ο Donald λοιπόν, μαζί με τα τρία ανιψάκια του αποφασίζει να ταξιδέψει στη Γουιάνα προς αναζήτηση του σπάνιου φιλοτελικού θησαυρού, και κάπου μέσα στην ανεξερεύνητη ζούγκλα θα βρεθεί αντιμέτωπος με το θρυλικό χρυσό ινδιάνο γίγαντα, τον άνθρωπο που ενέπνευσε το μύθο του El Dorado* προτού ο μύθος αυτός αλλοιωθεί και καταλήξει να θεωρείται τοπωνύμιο. Ο Barks όμως δε βασίζει την ιστορία του στο γνωστό μύθο, παρά τον χρησιμοποιεί ως ένα ακόμη συστατικό της υπόθεσης, και μάλιστα παρωδώντας τον ασύστολα στην πορεία. Και επειδή δε βρίσκω νόημα στο να περιγράψω τη γνωστή ακόμα και στις πάπιες ιστορία, κάνω κι εγώ την πάπια και το βουλώνω. Απολαύστε !

* Ο El Dorado ήταν άνθρωπος και μάλιστα υπαρκτό πρόσωπο, ο αρχιερέας της ινδιάνικης φυλής των Τσίμπτσα, ο οποίος σε κάποιες τελετουργίες συνήθιζε να πασπαλίζεται με χρυσόσκονη.



















Επέλεξα να παραθέσω την αυθεντική, αμερικάνικη έκδοση με τα παλιά χρώματα, και όχι την ελληνική των πρόσφατων εκδόσεων της εταιρείας Νέα Ακτίνα που έχει ψηφιακό χρωματισμό ο οποίος μου σπάει τα νεύρα.


το εξώφυλλο του ΚΟΜΙΞ #2 (1988), και το διάσημο γραμματόσημο



Σάββατο 7 Νοεμβρίου 2015

Squeak the Mouse

Thrills ! Laughs ! Sex ! Gore !

Αυτές οι λέξεις αναγράφονται με έμφαση στο εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του Squeak the Mouse, της διασκεδαστικότατης και καρα-κάφρικης μίνι σειράς comic strips του ιταλού δημιουργού Massimo Mattioli, με πρωταγωνιστές ένα από τα πιο κλασικά δίδυμα των comics και των cartoons - μία γάτα και ένα ποντίκι. Παρά όμως τις ομοιότητες με ανάλογες σειρές τις οποίες παρωδεί ανελέητα, όπως το Krazy Kat και (κυρίως) το Tom & Jerry, τα κυνηγητά του ποντικού Squeak με την ανώνυμη γάτα έχουν πολύ πιο αιματηρές και διαστροφικές καταλήξεις ! Δεν είναι τυχαίο άλλωστε οτι το θεϊκό ανοσιούργημα του Mattioli ήταν η έμπνευση για το επίσης κάφρικο The Itchy & Scratchy Show που παρακολουθούν οι Simpsons του Matt Groening.

Η σειρά απαριθμεί μόλις δύο τεύχη, με το πρώτο να δημοσιεύεται αρχικά σε συνέχειες στο θρυλικό ιταλικό underground περιοδικό comics Frigidaire (1982 - 1984), πρίν κυκλοφορήσει συλλεγμένο το 1984. Ο Mattioli είχε εκφράσει την επιθυμία να μη συνεχίσει την ιστορία, όμως τελικά υπέκυψε στον πειρασμό και δημιούργησε τη sequel ιστορία Squeak the Mouse 2, που κυκλοφόρησε το 1992.







Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μικρά σκετσάκια, και είναι πολύ απλά ένα ανελέητο κυνηγητό μεταξύ της γάτας και του ποντικιού, με το νικητή της κάθε αναμέτρησης να μη δίνει απλά μία σφαλιαρίτσα στον αντίπαλο, όπως στα περισσότερα cartoons, αλλά να του κόβει το κεφάλι, να τον καίει ζωντανό, να τον πολτοποιεί, να τον ανατινάζει, και διάφορα άλλα χαριτωμένα, με πολλές επιρροές και αναφορές σε κλασικές ταινίες τρόμου. Και φυσικά, αφού βρισκόμαστε στο μαγικό κόσμο των comics, ο ηττημένος ξαναγυρίζει πάντα, όσες φορές κι αν πεθάνει φρικιαστικά. Η σειρά προσφέρει πολύ κάφρικο, slapstick γέλιο, πολύ αίμα, πολλά zombies και άφθονο sex, το οποίο προσθέτει κι άλλο στην καφρίλα και cult-ίλα του όλου πράγματος. Kι όταν λέμε sex εννοούμε κανονικότατη τσόντα (όχι να σβήνει το πορτατίφ και να φεύγει η "κάμερα" από το κρεβάτι και να δείχνει τον τοίχο), θυμίζοντας έντονα τις ερωτικές περιπέτειες ενός άλλου διάσημου ανθρωπόμορφου ζώου του underground κινήματος, του Fritz the Cat του μεγάλου Robert Crumb.







Στο πρώτο τεύχος πρωταγωνιστεί o γάτoς, με τον Squeak να κερδίζει μεν την πρώτη μάχη, να χάνει όμως κατά κράτος τη δεύτερη και να καταβροχθίζεται από τον αντίπαλό του, με το μοναδικό απομεινάρι να είναι τα κόκκαλά του. Μετά, ενώ ο γάτος μας έχει πάει σε ένα πάρτι όπου γίνεται της ανωμαλίας, με πολλά ζευγάρια αιλουροειδών να απομονώνονται για να "τη βρούν" (επιρροές Ψάλτη), εμφανίζεται ένας δολοφόνος που αρχίζει να ξεπαστρεύει τα γατιά ένα-ένα στο στυλ των κλασικών ταινιών τρόμου Friday the 13th. Φυσικά είναι ο Squeak-σκελετός, που αφήνει το γάτο μας τελευταίο, αλλά χάνει και αυτή την αναμέτρηση. Αργότερα, ενώ ο γάτος είναι στο σπίτι του, τον "επισκέπτονται" τα πεθαμένα γατιά του πάρτι που έχουν γίνει zombies, με τον δικό μας να τα σκοτώνει με διάφορους ευφάνταστους τρόπους, σε μία σκηνή που περιέχει άφθονες αναφορές σε γνωστές ταινίες τρόμου, όπως το Psycho του Hitchcock, το The Shining του Kubrick και το Night of the Living Dead του Romero (εννοείται). Ο γάτος κερδίζει και εδώ, και πολτοποεί τον Squeak στο μπλέντερ ! Την επόμενη μέρα, και αφού το γατί μας έχει δεί στο σινεμά το Videodrome του Cronenberg και έχει φτιαχτεί με τις σκηνές splatter, βρίσκει 3 γατο-γκόμενες και αρχίζει τις παρτούζες. Όμως εμφανίζεται πάλι ο Squeak με μορφή που θυμίζει το Swamp Thing, πετσοκόβει τις γκόμενες όμως χάνει και πάλι από το γάτο, με την αναμέτρηση αυτή να είναι και η τελευταία του πρώτου τεύχους.


Ίσως ο Mattioli να μην ήθελε να αφήσει τη μάχη με τόσο ξεκάθαρο νικητή, γι'αυτό και αποφάσισε, 10 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του Squeak, να του δώσει την ευκαιρία για μία ρεβάνς. Στο Squeak the Mouse 2 λοιπόν (1992), ένας πάπιος-τρελός επιστήμονας και fan των comics του Mattioli ζωντανεύει τον Squeak μέσα από τις σελίδες του πρώτου τεύχους με μία μηχανή που μετατρέπει το 2D σε 3D (αχ και να υπήρχε). Ο ποντικός μας διαβάζει το τεύχος, ξενερώνει με τις απανωτές ήττες του και πάει να βρεί τη νέμεσή του. Ο γάτος είναι στο σινεμά και βλέπει το The Texas Chainsaw massacre, όταν εμφανίζεται ο ποντικαράς με ένα τσεκούρι, και αρχίζει πάλι το κυνηγητό.

Αυτή τη φορά ο Squeak κερδίζει τις μάχες, με το γάτο μας όμως να μην το βάζει κάτω και να τον ακολουθεί μέχρι την άκρη του κόσμου για να πάρει την εκδίκησή του. Το γατο-zombie ρίχνει το αεροπλάνο με το οποίο ο ποντικός πήγαινε διακοπές, και έτσι ο Squeak ναυαγεί σε ένα εξωτικό νησί, όπου βρίσκει 2 ποντικίνες και παρτουζώνεται (φυσικά). Ο γάτος σφάζει τις γκόμενες, οι οποίες ασφαλώς γίνονται zombies και κυνηγάνε τον Squeak, o ποντικός μας όμως τους κατατροπώνει όλους.

Προφανώς ο δημιουργός ήθελε στο δεύτερο αυτό τεύχος να δώσει τη νίκη στο ποντίκι που δίνει το όνομά του στη σειρά, και έτσι τελικά γίνεται. Οπότε... Γάτα - Ποντίκι, σημειώσατε Χ, ή αν προτιμάτε ΧΧΧ !






Το Squeak the Mouse έχει επηρρεαστεί από τη σειρά Tom and Jerry (προφανώς), την ιταλική και αμερικάνικη σχολή ταινιών τρόμου (το είπαμε), τις σειρές comics Krazy Kat και Fritz the Cat (κι αυτό το είπαμε), αλλά και από την παλιά, ξεχασμένη σειρά cartoons της δεκαετίας του '50 Herman and Katnip (χα - αυτό δεν το είχαμε αναφέρει). Με τη σειρά του έχει επηρρεάσει το γνωστό τηλεοπτικό show του κόσμου των Simpsons, Itchy & Scratchy Show (το είπαμε), αλλά και τις γλυκούτσικες, splatter περιπέτειες των Happy Tree Friends (αυτό όχι).

Με τόση καφρίλα, σπλατεριά και τσόντα βεβαίως, είναι λογικό να υπάρξουν και κάποια... προβληματάκια. Και είναι επίσης λογικό αυτά τα προβληματάκια να δημιουργηθούν στην Αμερική, η οποία έχει μακρά παράδοση στην έλλειψη ανεκτικότητας σε τέτοιου είδους πονήματα. Το 1985 λοιπόν, όταν κυκλοφόρησε η αμερικάνικη έκδοση του Squeak the Mouse, κατασχέθηκε αμέσως από τις αρχές με τη δικαιολογία οτι είναι πορνογραφική. Φυσικά, εδώ υπάρχουν δύο ενστάσεις που μπορούμε να θέσουμε - πρώτον, οτι και πορνογραφική να είναι, αυτό δεν είναι παράνομο, και δεύτερον, οτι πιο πολύ τους ενοχλεί το sex, παρά τα κομμένα κεφάλια και τα χυμένα άντερα, αλλά ας μην αρχίσουμε τώρα. Ευτυχώς, το δικαστήριο αποφάνθηκε οτι το περιεχόμενο του comic δεν είναι "χυδαίο" επειδή κατέχει κάποια καλλιτεχνική αξία (σύμφωνα με το περιβόητο Miller test), και έτσι ο Squeak τη γλίτωσε και κυκλοφόρησε κανονικά.


Τα έξυπνα, αντεστραμμένα οπισθόφυλλα των 2 τευχών (1984, 1992)



Το 2010 κυκλοφόρησε και ένα animation με τους δύο ήρωες να κυνηγιούνται, αλλά είναι μπούρδα και πολύ μακριά από την αισθητική του αυθεντικού, οπότε ... Τέλος !

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Short Cuts

Χιουμοριστικά στριπάκια που παρωδούν
όλη τη βιομηχανία των manga

Ο Furuya Usamaru είναι ένας πολύ καλός και πολύ ιδιαίτερος δημιουργός manga, τόσο στη δουλειά του όσο και στη γενικότερη στάση του απέναντι στην ιαπωνική 9η τέχνη. Έχοντας επιλέξει από την αρχή της καριέρας του να παραμείνει underground, ποτέ δεν επεδίωξε τη διασημότητα και τα χρήματα που θα του προσέφερε μία μεγάλη συνεχιζόμενη σειρά, το φορμά δηλαδή που αποτελεί το 90% της (τεράστιας) ιαπωνικής παραγωγής.

Tο ακριβώς αντίθετο μάλιστα - ο ανήσυχος και πάντα πειραματιζόμενος αυτός καλλιτέχνης αρέσκεται στο να δημιουργεί μικρές, αυτοτελείς ιστορίες, που πολλές φορές είναι τόσο μικρές που καταλαμβάνουν μία μόνο σελίδα (comic strips). Το Short Cuts είναι λοιπόν μία συλλογή strips του Usamaru από την πρώιμη, άκρως πειραματική περίοδο της καριέρας του, που δημοσιεύονταν στο περιοδικό Young Sunday της εταιρείας Shogakukan την περίοδο 1996-1998, και μοιάζουν ιδιαίτερα με τα θεότρελα, σατιρικά μονοσέλιδα του εξαιρετικού ντεμπούτου του καλλιτέχνη, Palepoli (1994-1996).

Σε αυτό που διαφέρει το Short Cuts από το εμβληματικό Palepoli είναι οτι είναι λιγότερο πειραματικό στο καλλιτεχνικό στύλ, και επικεντρώνει την ανελέητη και κάφρικη σάτιρά του σε ένα συγκεκριμένο γνώρισμα της βιομηχανίας των manga - την εμμονή μέχρι αρρώστιας με τα kogals, δηλαδή τις γιαπωνέζες μαθήτριες με τις σχολικές στολές (πιο κάτω στο post θα επεκταθώ περαιτέρω). Τις βλέπουμε λοιπόν να γίνονται ρομπότ, παλαιστές sumo, επιδειξιομανείς ντετέκτιβ και επαγγελματίες δολοφόνοι με όπλα φτιαγμένα από... τα περιεχόμενα μιας σχολικής τσάντας (!), να μαστιγώνονται από αρκουδάκια, να κατεβαίνουν στις εκλογές, να αποκτούν μεταλλαγμένα μέρη του σώματός τους και πολλές, πολλές άλλες διασκεδαστικές όσο και διεστραμμένες παραλλαγές. Είναι όμως τόσο κάφρικη, ισοπεδωτική και "ό,τι να'ναι" η διάθεση του πανέξυπνου Usamaru, που η διαστροφή περνάει σε δεύτερη μοίρα, ή μάλλον η σάτιρα περνάει από πάνω της με μπουλντόζα και την κάνει τηγανίτα.

Το Short Cuts κυκλοφόρησε συλλεγμένο σε μορφή graphic novel το 1998 στην Ιαπωνία από τη Shogakukan, και το 2002 μεταφράστηκε και στα αγγλικά από τη Viz media, με αλλαγμένο τον προσανατολισμό ανάγνωσης στα δυτικά πρότυπα (από τα αριστερά προς τα δεξιά). Αυτές τις εικόνες έχω παραθέσει, για να είναι πιο εύκολα αναγνώσιμες από εμάς τους δυτικούς (τρομάρα μας). To 2003 κυκλοφόρησε και το Short Cuts 2, με τον καλλιτέχνη να συνεχίζει πολλές από τις μικρές ιστορίες του νο.1, με τους ίδιους θεοπάλαβους πρωταγωνιστές.







Είναι δύσκολο για εμάς να το κατανοήσουμε, όμως στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου η μανία με τα kogals, και γενικότερα οι κάθε λογής διαστροφές - είτε είναι σεξουαλικού περιεχομένου, είτε όχι - έχουν πάρει διαστάσεις μάστιγας. Ίσως λόγω της καταπίεσης που η υπερβολικά αυστηρή και τυπολατρική ιαπωνική κοινωνία ασκεί στους πολίτες, ένα ανησυχητικά μεγάλο μέρος του ανδρικού πληθυσμού έχει την ανάγκη να ξεσπάσει τα καταπιεσμένα του ένστικτα με έναν κάπως... extreme τρόπο. Ο όρος otaku, που σημαίνει ο κολλημένος με manga και anime αλλά έχει και την "κρυφή" έννοια του ανώμαλου, δε θεωρείται πλέον προσβλητικός, ενώ και άλλες συμπεριφορές που στο δυτικό κόσμο χαρακτηρίζονται (δικαίως) ανώμαλες και θα κατέληγαν τουλάχιστον σε σφαλιάρα, στην Ιαπωνία θεωρούνται απολύτως φυσιολογικές. Otaku είναι φυσικά και πολλοί δημιουργοί manga και anime, γι'αυτό και υπάρχει τέτοια υπερ-πληθώρα ζωγραφισμένης τσόντας (hentai) στην Ιαπωνία. Οι αναγνώστες otaku διαβάζουν ή βλέπουν τα hentai που φτιάχνουν οι καλλιτέχνες otaku, ανωμαλιάζουν περισσότερο, και την πληρώνουν οι μαθητριούλες που περισσότερο φοβούνται τους otaku παρά τον κακό το λύκο.

Όλη αυτή την αρρωστημένη κατάσταση λοιπόν σατιρίζει ο Furuya Usamaru στο Short Cuts, με την εξυπνάδα και την καφρίλικη διάθεσή του να μεγιστοποιούν τον αντίκτυπο του σχολίου του. Και επειδή κάποια στριπάκια απαιτούν γνώση της ιαπωνικής κοινωνίας και κουλτούρας για να γίνουν κατανοητά, στο τέλος της αγγλικής έκδοσης της Viz υπάρχουν επεξηγηματικά σχόλια για ο,τιδήποτε μπορεί να φανεί περίεργο στα μάτια ενός δυτικού (που είναι πολλά).






H τελευταία εικόνα (πάνω αριστερά) αποτελεί μία παρωδία της εκπληκτικής anime ταινίας Princess Mononoke του Hayao Miyazaki. Και φυσικά, δεν είναι η μόνη διακωμώδηση γνωστών anime και manga που υπάρχει στο βιβλίο. Η επόμενη σελίδα από αυτήν π.χ παρωδεί τη Nausicaa του ίδιου δημιουργού, αλλά το σχεδιαστικό της στυλ δε μου άρεσε τόσο ώστε να την παραθέσω.


Οι σελίδες 3 και 4 του Short Cuts 1 (1998)


Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Juan Gimenez - Timescooter

Μια μικρή sci-fi ιστορία του εικονογράφου των Μεταβαρόνων

Ο Juan Gimenez είναι ένας εξαιρετικός αργεντινός εικονογράφος του κόσμου των comics, γνωστός περισσότερο για την εξαιρετική δουλειά του στην επική σειρά επιστημονικής φαντασίας La caste des Méta-Barons (Το έπος των Μεταβαρόνων) του Alejandro Jodorowsky. Έκτος όμως από το διάσημο αυτό, εμβληματικό έργο που ξεχωρίζει ανάμεσα στη βιβλιογραφία του, ο Gimenez έχει πολλές ακόμη αξιόλογες δουλειές (Leo Roa, The City, The Fourth Power), συνήθως με την αγαπημένη του, sci-fi θεματολογία και πάντα με τα υπέροχα, εκφραστικά του χρώματα. Ανάμεσα στις καλύτερες δουλειές του συγκαταλέγονται και αρκετές σύντομες ιστορίες, τις οποίες δημοσίευε σε περιοδικά comics όπως το εμβληματικό γαλλικό Métal Hurlant, το αμερικάνικο Heavy Metal, τα ισπανικά 1984, Zona 84 και Comix International, και τα ιταλικά Lanciostory, Skorpio και L'Eternauta. Συγκεκριμένα οι ιστορίες του της περιόδου 1980-1985 θεωρούνται οι κορυφαίες του (πολύ σωστά), συνθέτοντας τη... συλλογή που έχει ονομαστεί Time Paradox.

Η 6-σέλιδη ιστορία Timescooter, που ανήκει στις λεγόμενες Time Paradox Tales, δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο ιταλικό περιοδικό L'Eternauta #29 το Σεπτέμβριο του 1984, και έπειτα στο αμερικάνικο Heavy Metal #103 του Οκτωβρίου του 1985. Παραδόξως (εεεμ, δεν είναι τυχαία paradox), η όμορφη ιστορία δεν έχει συμπεριληφθεί στη συλλογή A Matter of Time (Catalan Communications, 1985) που συγκεντρώνει αρκετές από τις ιστορίες αυτές, αλλά δε θα κάτσουμε να σκάσουμε κι όλας.






...Να και το εξώφυλλο του L'Eternauta #29 (Σεπτέμβριος 1984)